Radio La Colifata

.

.

Όσοι παρακολουθείτε την πορεία του Μanu Chao, ξέρετε σε τι αναφέρεται ο τίτλος. Οι υπόλοιποι θα εκπλαγείτε, όταν σας εξηγήσω πως πρόκειται για τον πρώτο ραδιοφωνικό σταθμό στον κόσμο που εκπέμπει μέσα από ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, το «Jose T. Borda«, που εδρεύει στο Buenos Aires της Αργεντινής.

«Radio La Colifata«, σημαίνει «Ράδιο η τρέλα», αφού colifatos στην αργεντίνικη αργκό είναι οι τρελοί κι αυτό λέγεται μάλλον με χαριτωμένο τρόπο («αξιαγάπητοι τρελοί»). Ο Alfredo Olivera, ψυχολόγος και διευθυντής του «Jose T. Borda», είχε την γνώμη ότι το ραδιόφωνο μπορούσε να βοηθήσει τους ψυχικά πάσχοντες να εκφραστούν, να εξελίξουν την προσωπικότητα τους, να βγουν απ’ το ίδρυμα και να δώσουν μηνύματα κατά του στίγματος που δημιουργούν σε κοινωνικό επίπεδο οι ψυχικές ασθένειες.

Το εγχείρημα ξεκίνησε χάρη στην επιμονή μερικών φοιτητών αλλά και του ίδιου το 1991. Ο τεχνικός εξοπλισμός αποκτήθηκε κι εκσυγχρονίζεται με μεμονωμένες δωρεές αλλά και κρατικές επιδοτήσεις και το όλο ‘πείραμα’ πήγε τόσο καλά με αποτέλεσμα να συντονίζονται στην συχνότητά του σήμερα εκατομμύρια άνθρωποι.

Όσοι θέλετε μάλιστα να κατεβάσετε το cd με τα τραγούδια των colifatos και του Μanu Chao, απ’ τη διεύθυνση www.vivalacolifata.org εντελώς δωρεάν. Ωστόσο υπάρχει η δυνατότητα να προσφέρετε και χρήματα για να ενισχύσετε αυτή την προσπάθεια αν το επιθυμείτε. 

Στο cd υπάρχουν γνωστά τραγούδια του Chao σε νέες εκτελέσεις, αλλά και καινούρια που παίζει με τους colifatos. Το υλικό διανθίζεται με ποίηση, ανέκδοτα και ιστορίες που βέβαια διηγούνται οι περί ου ο λόγος, πάσχοντες

Τα τραγούδια έχουν ως θέμα «τη ζωή, το θάνατο, τις μητέρες, τη μοναξιά, την αγάπη, το τάνγκο, τον Πάπα, το τέλος του κόσμου, τον ήλιο και τις τρελές γιαγιάδες» όπως αναφέρεται στο δελτίο τύπου, ενώ σκοπός του είναι «να γελάσουμε, να κλάψουμε και να συλλογιστούμε για τη ζωή».

Απ’ τα γεγονότα που αξίζει ν’ αναφέρω είναι πως οι παραγωγοί αυτών των εκπομπών, εμφανίστηκαν και στην ταινία «Tetro« του Francis Ford Coppola. Έπαιξαν επίσης στο video clip του Αργεντίνου τραγουδιστή Javier Calamaro, που είχε τίτλο «Εste Μinuto» (σ’ αυτό θ’ ακούσετε και μια πασίγνωστη ελληνική φράση) και για κείνους γυρίστηκε και το ντοκιμαντέρ του Carlos Larrondo, για το οποίο μπορείτε  να δείτε εδώ περισσότερες λεπτομέρειες.

Σας προτείνω να εξερευνήσετε τους συνδέσμους που αναφέρω παραπάνω,  να δείτε τα video, να κατεβάσετε το cd κι αν θέλετε να κάνετε τις δωρεές σας.

Επίσης κάνοντας κλικ εδώ, μπορείτε να δείτε κι άλλα πολλά σχετικά video, αλλά θα πρότεινα να επισκεφτείτε και την σελίδα του tvxs, που θα βρείτε εδώ κι έχει κάνει σχετικό αφιέρωμα, ώστε να μάθετε τα πάντα, χωρίς το εμπόδιο της ξένης γλώσσας.

Πίστευα ότι ήταν γνωστά όλα αυτά, αλλά μια συζήτηση με φίλους, με έπεισε να επαναφέρω το θέμα και πιστεύω πως φυσικά έχει νόημα, αν κάποιοι από σας δεν το γνώριζαν.

Έχει νόημα όμως  και για έναν σημαντικότερο λόγο: επειδή αποδεικνύει πως οι ψυχικά πάσχοντες δεν είναι άνθρωποι με «περιορισμένες δυνατότητες», όπως πολλοί πιστεύουν ή τους βολεύει να πιστεύουν. Και στην πρώτη ευκαιρία που τους δίνεται, το αποδεικνύουν. Αυτό αξίζει να κρατήσετε.-

.

.

.

Advertisements

Peter Lehmann: Συνέντευξη στον Κώστα Μπαϊρακτάρη

.

 

Peter-Lehmann

.

*update: 16/2/2014:  Ο σύνδεσμος προς τη συνέντευξη, λειτουργεί πλέον κανονικά.

.

Σήμερα, επέλεξα να σας προτείνω να διαβάσετε μια συνέντευξη. Μια συνέντευξη που πήρε ο κ. Κώστας Μπαϊρακτάρης, αναπληρωτής Καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας στο     Α. Π. Θ. και αρχισυντάκτης του περιοδικού «Κοινωνία και Ψυχική Υγεία», απ’ τον Peter Lehmann, τον άνθρωπο που βλέπετε στο παραπάνω video.

Πρόκειται για μια σημαντικότατη μορφή στο χώρο των Επιζώντων της Ψυχιατρικής, με πλούσια δράση στην Γερμανία, αλλά και όχι μόνο. Θα μπορούσα να σας παραθέσω  ένα μικρό απόσπασμα, αλλά πραγματικά θεωρώ πως το καλύτερο που έχω να κάνω, είναι να γράψω τα ελάχιστα και να σας παραπέμψω εδώ, και συγκεκριμένα στη σελίδα 13, όπου μπορείτε να διαβάσετε όλη την συνέντευξη και να κατεβάσετε αν θέλετε το περιοδικό για περαιτέρω μελέτη.

Περισσότερα για τον Peter Lehmann θα βρείτε στο δικό του site και είναι ευχής έργο που κυκλοφορεί στα ελληνικά το βιβλίο του: «Βγαίνοντας από τα ψυχοφάρμακα», σε επιμέλεια της Άννας Εμμανουηλίδου.

Όσο για τον κ. Κώστα Μπαϊρακτάρη, που είχα την τύχη να τον έχω καθηγητή μου, θα ήθελα να διαβάσετε αυτό, για να καταλάβετε πως μερικοί Άνθρωποι, αντιλαμβάνονται τους όρους «παιδεία’ και «διδασκαλία». Τον ευχαριστώ, που μου επιτρέπει πάντα να αναδημοσιεύω κείμενα του.

.

.

.

.

Επικίνδυνα για την καρδιά και τα νέα αντιψυχωσικά φάρμακα – Έρευνα της “New England Journal of Medicine”

.

Old hand with pill

.

Πολλές φορές έχει θιχτεί από την Πανελλήνια Επιτροπή (πρώην) Χρηστών και Επιζώντων της Ψυχιατρικής, το ζήτημα των θανάτων που επιφέρουν τα ψυχοφάρμακα.

Κι έρχεται απλώς μία ακόμα έρευνα να επιβεβαιώσει αυτό που είναι γνωστό στους κύκλους των εργαζομένων στον τομέα της ψυχικής υγείας: πως δηλαδή τα ψυχοφάρμακα δεν θεραπεύουν μόνο, αλλά και σκοτώνουν.

Σύμφωνα λοιπόν με την νέα αμερικανική μελέτη που δημοσιεύτηκε στην “New England Journal of Medicine”, τα νεότερα αντιψυχωτικά αυξάνουν τον κίνδυνο αιφνίδιου θανάτου, εξαιτίας καρδιολογικού προβλήματος.

Φυσικά, με τον κίνδυνο αιφνίδιου θανάτου έχουν συνδεθεί και τα παλιότερα αντιψυχωτικά και ιδιαιτέρως αυτά που χορηγούνται για την αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας και της διπολικής διαταραχής.

Η μελέτη μάλιστα, συμπεριέλαβε 44.000 χρήστες αντιψυχωτικών παλιάς γενιάς, όπως η αλοπεριδόλη, αλλά και 46.000 χρήστες νεότερων αντιψυχωτικών φαρμάκων όπως η ολανζαπίνη. Και το συμπέρασμα ήταν ξεκάθαρο: τόσο τα παλιά όσο και τα νεότερα αντιψυχωτικά αυξάνουν τον κίνδυνο αιφνίδιου θανάτου, λόγω καρδιακών επιπλοκών.

Όσοι ενδιαφέρεστε για περισσότερες λεπτομέρειες, μπορείτε να διαβάσετε εδώ το abstract.

Καλό είναι λοιπόν να καταλάβουμε όλοι, πως κανένα χαπάκι δεν είναι πανάκεια. Όλα έχουν παρενέργειες. Γι’ αυτό έχει νόημα να υπάρχουν και εναλλακτικές μορφές θεραπείας, ακόμα και χωρίς ψυχοφάρμακα, όπως γίνεται άλλωστε και στο εξωτερικό, ώστε το άτομο που πάσχει να έχει δικαίωμα επιλογής.

Για το τέλος, σας προτείνω να διαβάσετε οπωσδήποτε τα σημαντικότατα άρθρα που θα βρείτε εδώ κι εδώ και δημοσιεύτηκαν στο blog  «Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση«. Είναι απολύτως  σχετικά με το θέμα μας και θα σας  αποσαφηνίσουν πλήρως τις διαπλεκόμενες σχέσεις των φαρμακευτικών εταιρειών με τους συντάκτες του DSM αλλά και των ιατρικών περιοδικών, των πολιτικών με την Ψυχιατρική κ.α. .

.

.

.

Burnout: Η Ψυχολογικοποίηση της Αλλοτρίωσης* του Κώστα Μπαϊρακτάρη

.

.

Για το πολυσυζητημένο Burnout ή αλλιώς Σύνδρομο Επαγγελματικής Εξουθένωσης, κάνει λόγο στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Κοινωνία και Ψυχική Υγεία», ο αναπληρωτής καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας του Α. Π. Θ., Κώστας Μπαϊρακτάρης.

.

.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Κοινωνία και Ψυχική Υγεία  (www.socialexclusion.gr)

                                   Κώστας Μπαϊρακτάρης**

Επέλεξα να συζητήσω μαζί σας αυτό το θέμα τόσο για το επιστημονικό-θεωρητικό και ιδεολογικό ενδιαφέρον που έχει όσο και για τις επιπτώσεις που επιφέρει η αποδοχή, η αφομοίωση και προπάντων η εσωτερίκευση της θεωρίας του Burnout στους επαγγελματίες εκείνους που ασχολούνται στην πράξη με τον ανθρώπινο πόνο και τις ανθρώπινες ανάγκες. Τυγχάνει δε πολλοί από εμάς να είμαστε οι ίδιοι μάρτυρες της κατασκευής αυτής της θεωρίας αλλά και των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες προέκυψε. Δηλαδή, των συνθηκών εκείνων που το σύστημα, για να διαχειριστεί τα ελλείμματα των πολιτικών του, χρειάζεται επιστήμονες που να κατασκευάζουν θεωρίες και να εφαρμόζουν πρακτικές ικανές να διασφαλίσουν τη διαχείριση των αντιθέσεων που αυτό από τη φύση του δημιουργεί και αναπαράγει. Θεωρίες και πρακτικές οι οποίες λειτουργούν ως ανάχωμα απέναντι σε προσεγγίσεις  που αμφισβητούν το κυρίαρχο επιστημονικό παράδειγμα μέσα από το οποίο προκύπτουν οι δομές, οι υπηρεσίες και τα διάφορα διαχειριστικά συστήματα περίθαλψης, πρόνοιας και εκπαίδευσης. Αυτοί οι χώροι αποτελούν και τα κυριότερα  πλαίσια εντοπισμού και διάγνωσης του «φαινομένου» της επαγγελματικής εξουθένωσης.

Θεωρώ ότι έχει ιδιαίτερα επιστημονικό, αλλά πρωτίστως πολιτικό, ενδιαφέρον το γεγονός ότι η προσέγγιση αυτή προκύπτει σε μια ιστορική περίοδο όπου ριζοσπαστικές θεωρίες και παρεμβάσεις αφομοιώνονται στο κυρίαρχο σύστημα. Απογυμνώνονται από τα πρωτοποριακά τους στοιχεία και μετατρέπονται σε τεχνικές και εργαλεία στα πλαίσια της κυρίαρχης ιδεολογίας. Αναφέρομαι στη χρονική περίοδο από τη δεκαετία του ’70 κι έπειτα, κατά την οποία τα ριζοσπαστικά κινήματα αρχίζουν να μεταφέρονται σιγά σιγά αλλά συστηματικά -με τη βοήθεια και της νεοσυντηρητικής Ανθρωπιστικής/Υπαρξιακής Ψυχολογίας ή της λεγόμενης Κριτικής Ψυχολογίας- στα άνετα βιωματικά δωμάτια με τα μαξιλάρια και στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, ξεκομμένα από την κοινωνική παρέμβαση και αλλαγή. Με αυτό τον τρόπο, η αμφισβήτηση, η πολιτική-ιδεολογική αντιπαράθεση, ο διάλογος και η πολιτική δράση αντικαθίστανται με τις «Ομάδες Αντιπαράθεσης», τους «Μαραθώνιους», τα «Ψυχοδράματα», το… «Πάτημα της Γάτας», αλλά και με μια πλήρως αυτονομημένη από τις κοινωνικές ανάγκες και παρεμβάσεις ακαδημαϊκή «κριτική» προσέγγιση. Το πολιτικά, κριτικά, σκεπτόμενο υποκείμενο μετατρέπεται σε άτομο-αντικείμενο που χρήζει εσωτερικής ψυχολογικής αλλαγής και ατομικής ανάπτυξης. Ωθείται έτσι από τους Ψυχο-Εκπαιδευτές αλλά και τους «Κριτικούς Ψυχολόγους» να βγάλει έξω από το σύστημα σκέψης και πράξης του τη συνάρτηση της αλλαγής του με την αλλαγή του πολιτικο-κοινωνικού συστήματος, προτάσσοντας τη δική του «ανάπτυξη» (ατομικισμός) ή ανακυκλώνοντας την ανέξοδη κριτική του ορθολογισμού με in vitro «δομήσεις» και «αποδομήσεις» θεωριών και θεσμών σε συνθήκες κοινωνικής απραξίας. Η φυσική διαλεκτική σχέση ατόμου και περιβάλλοντος αντικαθίσταται έτσι από τη σχέση ατόμου-ατόμου με διαχειριστή της σχέσης τον ειδικό ή τον θεραπευτή. Λίγο αργότερα, ακόμα και ο ανθρώπινος πόνος και η ανθρώπινη ανάγκη εκλαμβάνονται ως επιβαρυντικοί παράγοντες για τον ίδιο τον διαχειριστή τους. Επινοείται μεταξύ άλλων η θεωρία του Burnout (Freudenberger, 1974)[1] και προσφέρεται το επιστημονικό-ψυχολογικό άλλοθι για μια βελούδινη, επιστημονικά και ιδεολογικά τεκμηριωμένη, απόσπαση από το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ταχεία διάδοσή της στις λεγόμενες εναλλακτικές δομές στον ψυχοκοινωνικό τομέα. Η στιγμή της αφομοίωσής τους από το κυρίαρχο σύστημα παραβλέπεται. Αδυνατούν να επινοήσουν το καινούργιο και παραδίδονται στα ανταλλάγματα της προσαρμογής τους. Η νέα προσαρμογή και η έλλειψη οραμάτων οδηγούν στη μετατροπή πολιτικών επιλογών σε ψυχολογικά προβλήματα και οι πρωταγωνιστές των αλλαγών μεταμορφώνονται σε θύματα της λεγόμενης επαγγελματικής εξουθένωσης. Αναφέρομαι στην κατασκευή μιας κατά βάση ενιαίας θεωρίας, της θεωρίας του Burnout που αποκoρυφώνεται με το ευρέως διαδεδομένο Maslach Burnout Inventory (Μaslach, 1981).[2]

Η  θεωρία αυτή είναι σχετικά νέα και εντοπίζεται χρονικά πριν από μια τριακονταπενταετία περίπου. Συναντάμε  διάφορες αποχρώσεις της και σε ορισμένες περιπτώσεις μετατροπές όπως, για παράδειγμα, ως προς το είδος της αλληλεπίδρασης ατόμου-εργασιακού πλαισίου. Διαφοροποιήσεις που δεν ακυρώνουν, όμως, τον βασικό της πυρήνα, αλλά αποτελούν απλές ανακατασκευές ή παράγωγα της βιομηχανίας επιστημονικών εργασιών και δημοσιεύσεων. Δεν θα αναφερθώ στις τεχνικές λεπτομέρειες και την επιστημονική νομιμοποίησή της αλλά σε βασικά στοιχεία τα οποία κατά την άποψή μου, μέσα από την απουσία τους, αποκαλύπτουν τόσο την απόπειρα ψυχολογικοποίησης της αλλοτρίωσης όσο και τη σκοπιμότητα των κατασκευαστών της να διαχειριστούν αυτούς που ασχολούνται με τον ανθρώπινο πόνο και τις ανθρώπινες ανάγκες.

Σε όλες αυτές τις προσεγγίσεις το Burnout ή επαγγελματική εξουθένωση ή κάψιμο ή πιο ρεαλιστικά η… Bαρεμάρα, ξεκινάει κύρια από τη στιγμή της επαγγελματικής ένταξης. Μια μεγάλη αυθαιρεσία, για μια κατασκευή που ορίζει ως αποκλειστικό της αντικείμενο όσους εκπαιδεύονται και καλούνται να προσφέρουν τις έμμισθες αλλά ακόμη και εθελοντικές, υπηρεσίες τους σε ανθρώπους· ακόμα πιο σημαντικό, όσους καλούνται να παράσχουν τη βοήθειά τους σε αυτούς που έχουν ανάγκη, που πάσχουν, που νοσούν.

Η άποψή μου είναι ότι για να κατανοήσουμε τη θεωρία αυτή ως απόπειρα ψυχολογικοποίησης της αλλοτρίωσης θα πρέπει να την αναζητήσουμε πολύ πριν την ένταξη στους χώρους εργασίας. Θα πρέπει να την προσεγγίσουμε ως μέρος μίας διεργασίας που προϋπάρχει αυτής. Προϋπάρχει μέσα στα πλαίσια μιας αλλοτριωτικής διαδικασίας την οποία υφιστάμεθα όλοι, είτε στα πλαίσια της διαπαιδαγώγησής μας, είτε στα πλαίσια της κοινωνικοποίησής μας, είτε στα πλαίσια της εκπαίδευσής μας στο  καπιταλιστικό σύστημα. Διαδικασία που στοχεύει σε συμπεριφορές υποταγής και συμμόρφωσης σε κυρίαρχους κανόνες, πρακτικές, πολιτικές, συστήματα και ιδεολογίες. Άρα, το συγκεκριμένο πολιτικό-οικονομικό και κοινωνικό σύστημα στο οποίο είμαστε ενταγμένοι φροντίζει να μας εξοπλίσει πολύ πριν την επαγγελματική μας ένταξη με όλες εκείνες τις προϋποθέσεις, ώστε να το αποδεχτούμε και να το αφομοιώσουμε ως δεδομένο, μοναδικό και αμετάβλητο. Να αποδεχθούμε το επιστημονικό παράδειγμα που το υπηρετεί. Να αποδεχθούμε και να εσωτερικεύσουμε ως αδιαμφισβήτητες τις επιμέρους θεωρίες και πρακτικές που προκύπτουν από αυτό. Συνεπώς, να αναπαράγουμε και να συντηρήσουμε ως αμετάβλητο το εργασιακό-κοινωνικό πλαίσιο (δομές, θεσμούς, συστήματα, πολιτικές). Δηλαδή, ένα επιστημονικό παράδειγμα κλειστό στην ανατροπή ή την αλλαγή του, γιατί το αντίθετο θα οδηγούσε στην ανατροπή/αλλαγή όλου του συστήματος διαχείρισης τόσο των υποκειμένων με τα οποία ασχολείται ο επαγγελματίας, όσο βέβαια (αυτό είναι και το ιδιαίτερο στη θεωρία αυτή) και της λογικής διαχείρισης, προσαρμογής και αφομοίωσης του ίδιου του επαγγελματία. Η ελευθερία του ανθρώπου σε επίπεδο δημιουργίας, παραγωγής νέας γνώσης, εφαρμογής νέων πρακτικών και αναζήτησης ανθρωπίνων αξιών αποτρέπεται από τους όρους του ίδιου του παραδείγματος, τις εφαρμογές του και την ιδεολογία που υπηρετεί.

Ο εργαζόμενος εισέρχεται συνήθως στο δημόσιο επαγγελματικό βίο εκπαιδευμένος στη λογική ότι δεν θα είναι δημιουργικός, δεν θα επινοεί, δεν θα συνδιαμορφώνει το πλαίσιο, τις σχέσεις, την οργάνωση, γιατί όλα αυτά είναι ήδη παγιωμένα και θεσμοθετημένα στα πλαίσια μιας προκαθορισμένης και ιεραρχικά δομημένης οργάνωσης, που υπακούει σε συγκεκριμένες και προκαθορισμένες πολιτικές αλλά και επιστημονικές θεωρήσεις. Γνωρίζει ότι για να υπάρξει και να γίνει αποδεκτός σαν επαγγελματική οντότητα, δηλαδή για να επιβιώσει επαγγελματικά, θα πρέπει να συμμορφωθεί στους κανόνες και να κινείται με τους όρους ενός προϋπάρχοντος πλαισίου. Να αποδεχτεί και να ενσωματωθεί σε μια συγκεκριμένη εσωτερική κατανομή εργασίας και σχέσεων εξουσίας (καθηκοντολόγιο). Αναφερόμαστε σε μια συνθήκη πλήρους απανθρωποποίησης αλλά και αποποίησης από το ίδιο το άτομο της βασικής του ανθρώπινης ιδιότητας, δηλαδή της ελευθερίας για ατομική και συλλογική δημιουργία. Αυτή είναι και η έσχατη μορφή της αποξένωσής του από την ίδια του τη φύση.

Η αλλοτρίωση επέρχεται έτσι ως μια κατάσταση που καθιστά το υποκείμενο επικυρωμένο πλέον αντικείμενο μιας ψυχολογικής θεωρίας, η οποία για να νομιμοποιηθεί αλλά και για να ανταποκριθεί στην ιδεολογική της αποστολή θα πρέπει να πιστοποιήσει, μιμούμενη έναν άκριτο θετικισμό, την ουδετερότητα και αντικειμενικότητά της με την κατασκευή ειδικών μεθοδολογικών εργαλείων και την πραγματοποίηση πληθώρας ερευνών.

Δεν είναι λοιπόν ο επαγγελματικός χώρος ούτε οι πληθυσμιακές ομάδες καθαυτές η αφετηρία της αλλοτρίωσής μας, είναι ο τρόπος που συναντάμε και εμπλεκόμαστε στη συγκεκριμένη δομή, με τους προ- και ετεροκαθορισμένους στόχους που αυτή εξυπηρετεί και το θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται.

Ως προς τις υπηρεσίες που προσφέρονται στο δημόσιο τομέα είναι γνωστό το αξίωμα ότι «το άτομο αλλάζει και όχι το σύστημα», όπως επίσης και η κυρίαρχη αντίληψη ότι  «αλλάζει το άτομο και όχι η δομή». Σε κάθε περίπτωση, το επιδεχόμενο μεταβολή είναι το άτομο, δηλαδή αυτό που πρέπει να προσαρμοστεί στη λογική και τη λειτουργία μιας δομής. Το άτομο που στην περίπτωσή μας είναι ο ίδιος ο εργαζόμενος, ο οποίος αναγνωρίζεται επιπλέον ως το πάσχον υποκείμενο που χρήζει βοήθειας, θεραπείας ή υποστήριξης. Με λίγα λόγια, στις πολιτικές που διέπουν τη δημιουργία, οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών ενυπάρχουν και οι όροι διαχείρισης, όχι μόνον των πολιτών που προσφεύγουν σε αυτές, αλλά και των εργαζομένων που τις στελεχώνουν. Η αποδοχή αυτών των όρων είναι ταυτόχρονα και αποδοχή της ίδιας της ανελευθερίας τους, δηλαδή του υπαρξιακού τους περιορισμού και της αλλοτρίωσής τους. Η συνθήκη αυτή καλλιεργεί και τις προϋποθέσεις όχι μόνον της αφομοίωσης στο υπάρχον αλλά και της αναπαραγωγής του. Αλλαγές που επιτρέπονται ή γίνονται ανεκτές είναι αλλαγές που δεν ακυρώνουν ή δεν ανατρέπουν το ιδεολογικά-επιστημονικά αρτηριοσκληρωτικά δομημένο σχήμα. Οι κυρίαρχες πολιτικές Παιδείας και Υγείας π.χ. επιβάλλουν την αφομοίωση των εμπλεκομένων με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελούν σταθεροποιητικούς παράγοντες του συστήματος και όχι πηγή  δημιουργίας, αλλαγών, ανατροπών και αναζήτησης θεωριών και πρακτικών που να ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες -πραγματικές και όχι κατασκευασμένες- ανάγκες των ανθρώπων και της κοινωνίας. Δεν είναι μόνον οι πολιτικές που χαρακτηρίζουν ένα σύστημα ως διαχειριστή των ανθρώπινων αναγκών αλλά και οι «λειτουργοί» εκείνοι που αφομοιώνονται σε αυτό και αποδέχονται την υπαρξιακή τους ακύρωση. Δεν αρκεί, ωστόσο, ο δημόσιος τομέας ως τέτοιος για την εξήγηση του φαινόμενου της αλλοτρίωσης του υποκειμένου και τη μετατροπή του σε μέρος ενός μηχανισμού. Είναι αυτός σε άμεση συνάρτηση με το επιστημονικό παράδειγμα, τις θεωρίες και τις πρακτικές  του.

Στον ιδιωτικό τομέα, που λειτουργεί με καθαρά κερδοσκοπικούς κανόνες, στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς, η αλλοτρίωση είναι ακόμη πιο ορατή, καθώς επιπροσθέτως η υγεία, η κοινωνική φροντίδα και η εκπαίδευση μετατρέπονται από κοινωνικά αγαθά σε εμπορεύσιμα προϊόντα. Η εμπορευματοποίηση της υγείας και της παιδείας συμβαδίζουν με τη συστηματική υποβάθμιση της δημόσιας και καθολικής φροντίδας υγείας, καθώς και της δημόσιας και δωρεάν παιδείας. Η επέκταση του ιδιωτικού τομέα σε εξωνοσοκομειακές και νοσοκομειακές υπηρεσίες, η αναπτυσσόμενη αγορά στον τομέα της ψυχικής υγείας (ψυχοπάζαρο) και η παραπαιδεία στον τομέα της εκπαίδευσης είναι οι χώροι όπου πλέον ο άνθρωπος και οι ανάγκες του μετατρέπονται σε εμπόρευμα, γίνονται αντικείμενο κερδοσκοπίας και πολλές φορές αισχροκέρδειας. Η απασχόληση στην ελεύθερη αγορά, με κατασκευασμένες πολλές φορές ανάγκες, δεν αποτελεί σύμφωνα με τον Μαρξ, μια δραστηριότητα ικανοποίησης  αναγκών των συνανθρώπων μας αλλά το μέσο για την αποκόμιση οικονομικού κέρδους. Δηλαδή, η αποξένωση εδώ δεν προκύπτει από τη λεγόμενη επιβάρυνση από τον ανθρώπινο πόνο ή ανάγκη, αλλά από τη στυγνή μετατροπή τους σε χρηματική αξία. Η πιο χυδαία μορφή της αλλοτρίωσης. Και όταν η επιχειρηματική δραστηριότητα αναφέρεται στην καταπολέμηση του Burnout, όπως συμβαίνει ήδη με διάφορα κερδοσκοπικά κέντρα, τότε ακόμα και η χυδαιότητα του συστήματος γίνεται εμπορεύσιμη. Είναι επίσης γνωστό ότι μεγάλες  επιχειρήσεις και διεθνή μονοπώλια χρησιμοποιούν πολλές φορές τη θεωρία του Burnout και τα εργαλεία της για τη χειραγώγηση, την προσαρμογή και την αύξηση της αποδοτικότητας των εργαζομένων. Επιδιώκουν δηλαδή την ψυχολογικοποίηση των πραγματικών αναγκών των εργαζομένων σε βάρος των ταξικών τους συμφερόντων.

Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι θα πρέπει να διαπιστώσουμε ότι η θεωρία του Burnout πληρεί εκείνα τα επιστημολογικά κριτήρια που, στα πλαίσια του κυρίαρχου ορθολογιστικού συστήματος σκέψης, της επιτρέπουν να σταθεί στο επιστημονικό-ψυχολογικό τοπίο και να ενεργεί σε αυτό ως αποδεκτό επιστημονικό θεωρητικό μοντέλο. Δηλαδή συντίθεται από μία αιτιολογική, μια διαγνωστική και μία θεραπευτική-αποκαταστασιακή διάσταση. Χαρακτηριστικό γνώρισμά της, όμως, είναι ότι αναφέρεται σε ανθρώπους που εργάζονται σε υπηρεσίες, δομές ή οργανισμούς που προσφέρουν υπηρεσίες στον άνθρωπο. Η ψυχολογικοποίηση, δηλαδή η ενοχοποίηση του ατόμου ή του απομονωμένου -από την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα- πλαισίου εργασίας, η «ουδέτερη» και «αντικειμενοποιημένη» τους αποτύπωση, ολοκληρώνονται μέσα από τη μετατροπή του ίδιου του εργαζόμενου σε πάσχον υποκείμενο. Από αυτό το σύστημα σκέψης και τις επιμέρους διαφοροποιήσεις προκύπτουν και οι τεχνικές αντιμετώπισης. Από τις αλλαγές στο άτομο ή την ομάδα μέχρι τη «βελτίωση» του εργασιακού περιβάλλοντος ή την εξαγορά της επιβάρυνσης από τον συνάνθρωπο με υλικά και ψυχικά κίνητρα και επιδόματα. Κατασκευάζονται διαγνωστικά-θεραπευτικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται εκτενώς σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο. [3]

Πέραν αυτών, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να επιμείνουμε στον κοινό τόπο μεταξύ των διαφόρων θεωρητικών μοντέλων. Σε αυτόν ακριβώς παρατηρούμε ότι: α) η επαγγελματική εξουθένωση εντοπίζεται κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής  δραστηριότητας, β) αναφέρεται σε επαγγελματίες που εργάζονται κύρια στο δημόσιο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, γ) εντοπίζεται ιδιαίτερα στην εκπαίδευση, στον τομέα της υγείας αλλά και της ψυχικής υγείας, δ) χαρακτηρίζεται από την ιατροκεντρική λογική και με βάση αυτή παρατηρούνται, εντοπίζονται, καταγράφονται, διαγιγνώσκονται και κατηγοριοποιούνται τα συμπτώματα της επαγγελματικής εξουθένωσης (σωματικά, ψυχολογικά, συμπεριφορικά), καθώς και οι θεραπευτικές πρακτικές για την αντιμετώπισή τους, ε) δεν συμπεριλαμβάνει, στους αιτιολογικούς παράγοντες του φαινομένου που κατασκευάζει, το επιστημονικό υπόδειγμα που προσδιορίζει τις πρακτικές, τις δομές και τη λειτουργία τους, τις σχέσεις των επαγγελματιών μεταξύ τους ή με τον πληθυσμό που εξυπηρετούν· πρόκειται ακριβώς για εκείνο το υπόδειγμα που θεωρείται σταθερό και αμετάβλητο αναδεικνύοντας την «ουδετερότητα» και «αντικειμενικότητά» του σε βασικό ιδεολογικό πυλώνα όλης της θεωρίας, στ) το άτομο αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εργάζεται αυτό, αποσπώνται και αυτονομούνται αυθαίρετα από το εκάστοτε ιστορικό-πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και ζ) ο ανθρώπινος πόνος, η φροντίδα του πάσχοντα ή η κάλυψη αναγκών των συνανθρώπων μας θεωρούνται ως οι κύριοι επιβαρυντικοί παράγοντες. Δηλαδή, ο ανθρώπινος πόνος και η ανθρώπινη ανάγκη αποκτούν αιτιολογικά χαρακτηριστικά ως προς την πρόκληση καθαυτού του φαινόμενου της επαγγελματικής εξουθένωσης.

Η φροντίδα και η προσφορά στον άνθρωπο εκλαμβάνονται a priori ως μία παθογόνος συνθήκη, η οποία προκαλεί συγκεκριμένα «συμπτώματα» και διαμορφώνει την «κλινική εικόνα» στη διαταραχή του Burnout!!! Η ανάδειξη της απασχόλησης με τον ανθρώπινο πόνο ή την ανθρώπινη ανάγκη σε παθογενετικό παράγοντα και η νοσογραφική της αποτύπωση μόνον την υπαρξιακή απομάκρυνση του ανθρώπου από τον ίδιο του τον εαυτό και τη φύση του θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει. Αυτό αποκαλύπτει και τη μετατροπή της αλλοτρίωσης σε ψυχολογική διαταραχή.

Τα θεωρητικά μοντέλα που χαρακτηρίζονται από τη μετατροπή του υποκειμένου σε  αντικείμενο, ανεξάρτητα αν χαρακτηρίζονται ως βιολογικά, ψυχολογικά, βιοψυχοκοινωνικά ή «εναλλακτικά-κριτικά» (όπως π.χ. η λεγόμενη Ανάλυση Λόγου, το θεσμοθετημένο «επιστημονικό κουτσομπολιό») ενισχύουν νομοτελειακά τη διεργασία αλλοτρίωσης, δηλαδή την αποξένωσή μας από τον άλλον και ταυτόχρονα από τον εαυτό μας.

Η ειδοποιός διαφορά της θεωρίας του Burnout από τις άλλες ψυχολογικές θεωρίες είναι ότι σε αυτή αντικειμενοποιείται και μετατρέπεται ο ίδιος ο ειδικός/επαγγελματίας σε εν δυνάμει πάσχον υποκείμενο εξ αιτίας της απασχόλησής του με τον ανθρώπινο πόνο ή την ανθρώπινη ανάγκη. Χαρακτηριστική στιγμή ενός αυτό-εγκλωβισμού!!! Έτσι, ως πάσχουσα πλέον οντότητα θα πρέπει να τύχει εκείνης της φροντίδας ή της διαχείρισης που μέχρι πρότινος επιφύλασσε για τους άλλους. Επικυρώνονται, λοιπόν, η οικουμενικότητα της θεωρητικής κατασκευής και η  καθολικότητα των εργαλείων και τεχνικών αντιμετώπισης μιας κατασκευασμένης κλινικής εικόνας. Η ψυχολογικοποίηση της αλλοτρίωσης ολοκληρώνεται χωρίς να θυσιάζεται το επιστημονικό παράδειγμα και χωρίς να θίγεται το θεσμικό και το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο.

Ο κυρίαρχος επιστημονικός τρόπος σκέψης συμβάλλει ώστε και εμείς, είτε ως  μαθητές, είτε ως φοιτητές, είτε ως εκπαιδευτές, είτε ως επαγγελματίες σε διάφορες υπηρεσίες να δυσκολευόμαστε να συνειδητοποιούμε τον τρόπο με τον οποίο υφιστάμεθα τη διαδικασία αλλοτρίωσης. Εσωτερικεύουμε –ό,τι χειρότερο- όλη αυτή τη λογική της αλλοτρίωσης και γινόμαστε όχι μόνον αποδέκτες αλλά και φορείς της. Ιδιαίτερα αισθητή είναι αυτή η συνθήκη στο χώρο των σημερινών πανεπιστημίων ο οποίος, πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις, αναπαράγει την επιστημονική κληρονομιά με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να την αφοπλίζει ακόμα και από τα νεωτερικά στοιχεία που κάποτε τη χαρακτήριζαν. Εξαιτίας δε της κατασκευής και αναπαραγωγής εξουσιαστικών μηχανισμών και σχέσεων έξω από το πεδίο της αναζήτησης της γνώσης και της κοινωνικής χρησιμότητας ο μεν πανεπιστημιακός βολεύεται σε μια δουλειά και σε μια απαξιωμένη πλέον κοινωνικά θέση, οι δε φοιτητές συναινούν στην καταστροφή της πιο δημιουργικής περιόδου της ζωής τους με αντάλλαγμα ένα πτυχίο. Συμμορφώνονται και υποτάσσονται σε ένα προκαθορισμένο πλαίσιο που τους καλλιεργεί την ψευδαίσθηση επαγγελματικής αποκατάστασης και μάλιστα σε μια κατεύθυνση σύνδεσης του πανεπιστημίου με την αγορά εργασίας και όχι με την κοινωνία και τον άνθρωπο.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι συζητήσεις που γίνονται τα τελευταία χρόνια, σε διάφορες συνδικαλιστικές οργανώσεις, ως προς την αναγνώριση και κατάταξη του Burnout στις επαγγελματικές ασθένειες και την κατάταξη επαγγελμάτων που σχετίζονται με αυτές στα «βαρέα και ανθυγιεινά». Ακραίο δε παράδειγμα  αλλοτρίωσης είναι αυτό που συναντάμε στο χώρο της ψυχικής υγείας. Όπου για παράδειγμα, στα πλαίσια αναπαραγωγής του μύθου για την επικινδυνότητα του πάσχοντος υποκειμένου, υποχρεούται ή εξαναγκάζεται ο νοσηλευτής να καθηλώσει τον συνάνθρωπό του. Θεωρείται -και από τους συνδικαλιστές πολλές φορές- ότι ασκεί ένα «βαρύ και ανθυγιεινό» επάγγελμα και όχι μια αυθαίρετη και στυγνή πράξη βίας που προκύπτει από ένα συγκεκριμένο ψυχιατρικό μοντέλο το οποίο και μεταφράζει με τον «επιστημονικό» του λόγο την άσκηση βίας σε απολιτική, αποϊδεολογικοποιημένη  και ουδέτερη «θεραπευτική πράξη». Αντί λοιπόν  να διεκδικούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την υποστήριξη των συνανθρώπων μας με σεβασμό στην προσωπικότητά τους, στα δικαιώματά τους και στην αξιοπρέπειά τους, αναπαράγονται συνθήκες βίας, ενοχοποιούνται άνθρωποι που βιώνουν δυσκολίες στη ζωή τους και γίνονται κυριολεκτικά αντιληπτοί ως αιτία πρόκλησης επιβαρυντικών συνθηκών για τους εργαζόμενους. Με την ολοκληρωτική παράδοση του εμπλεκομένου σε αυτή τη διεργασία αποξένωσης και την απουσία κάθε αντίστασης προκύπτει και το ιδεολογικό παράδοξο που συναντούμε ως πρακτική στους ψυχιατρικούς χώρους, το γνωστό  «Το πρωί καθηλώνουμε, το βράδυ διαδηλώνουμε».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επίσης, αποκτά η ερευνητική έξαρση και οι συζητήσεις που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης και ιδιαίτερα για τις Μ.Ε.Θ. (Μονάδες Εντατικής Θεραπείας) ή τις Μ.Α.Θ. (Μονάδες Αυξημένης Φροντίδας). Με πλήρη «επιστημονική» κάλυψη και με την ενεργοποίηση  της θεωρίας του Burnout μεταλλάσσονται, ως εκ θαύματος, οι εξοντωτικές συνθήκες  εργασίας ή η διαρκής έλλειψη προσωπικού και οι απαράδεκτες πολιτικές υγείας -τόσο γενικά στον τομέα υγείας όσο και στον ιδιαίτερα κρίσιμο τομέα των εντατικών- σε ψυχολογικό πρόβλημα των εργαζομένων (ιατρών και νοσηλευτών). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ιδεολογικής χρήσης της συγκεκριμένης θεωρίας, δηλαδή της ενοχοποίησης των εργαζομένων, της ατομίκευσης του προβλήματος και της αυθαίρετης απόσπασής του από το συνολικό του πλαίσιο (σύστημα υγείας, πολιτικές υγείας). Και όταν το πρόβλημα γίνει αποδεκτό ως ψυχολογικό, τότε η απομάκρυνση από την πραγματικότητα, άρα και η αποξένωση βρίσκει την ολοκλήρωσή της στην Ψυχολογία-Ψυχοθεραπεία (ομάδες, βιωματικά, ψυχολογική υποστήριξη) ή στην εξαργύρωση της επιβάρυνσης με  άλλα ανταλλάγματα. Μία προσβολή και απαξίωση τόσο των εργαζομένων όσο και της αξίας της ζωής των ίδιων των περιθαλπόμενων. Κατασκευάζονται έτσι συνθήκες που δεν σέβονται ούτε τους λειτουργούς υγείας, ούτε τους νοσηλευόμενους. Κατ’ επέκταση, γίνονται αποδεκτές εκείνες οι πολιτικές υγείας που απαξιώνουν συστηματικά τη δημόσια υγεία και δημιουργούν τις συνθήκες για την προώθηση της εμπορευματοποίησής της· της μετατροπής ενός αγαθού από  ανθρώπινο δικαίωμα σε εμπόρευμα με αποτέλεσμα να ακυρώνεται η καθολικότητα του δημόσιου συστήματος υγείας και να αυξάνεται γεωμετρικά ο ιδιωτικός τομέας. [4]

Άπειρα είναι επίσης τα παραδείγματα από τις εκπαιδευτικές-επιμορφωτικές πολιτικές διαφορών οργανισμών που ασχολούνται με τον ψυχοκοινωνικό τομέα (εξαρτήσεις, ψυχική υγεία, κ.λπ.). Εδώ μεγάλο μέρος της εκπαίδευσης του νέου αλλά και του παλαιού προσωπικού (κατά προτίμηση ομαδική/βιωματική) καταλαμβάνει η πρόληψη ή η αντιμετώπιση του «καταγεγραμμένου» Burnout. To ιδεολογικά ζητούμενο σε αυτές τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες δεν είναι η ενεργοποίηση του ατόμου, η δημιουργική του εμπλοκή και η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης αλλά η συναίνεσή του ότι αποτελεί ένα εν δυνάμει «πρόβλημα» σε ένα εξ ορισμού επιβαρυντικό περιβάλλον. Η διαπίστωση του κινδύνου ανοίγει εντέχνως τον δρόμο της ψυχολογικοποίησης και της θεραπευτικής αιχμαλωσίας. Ο διαθέσιμος θεραπευτικο-τεχνολογικός εξοπλισμός είναι πλούσιος. Έτσι μετατρέπεται σε πρόταγμα η «ανάπτυξη» και «ωρίμανση» του υποκειμένου μέχρι του σημείου της πλήρους αφομοίωσης των θεωριών και πρακτικών του πλαισίου, δηλαδή της συμμόρφωσής του σε ένα παγιωμένο πλαίσιο. Ενώ δηλαδή πιστοποιείται η παθογένεια του περιβάλλοντος, ενοχοποιείται ταυτόχρονα ο ανθρώπινος πόνος και η ανθρώπινη ανάγκη. Η αναγνώριση αυτής της επιβάρυνσης ανταμείβεται και προβάλλει το συνδικαλιστικό αίτημα των επιδομάτων (χαρακτηριστικό παράδειγμα οι τρεις επιπλέον μέρες άδειας ετησίως για την «επαγγελματική εξουθένωση» στους εργαζόμενους σε δομές του ΟΚΑΝΑ). Επί πλέον πραγματοποιούνται σεμινάρια, αναλύονται οι θεωρίες, περιγράφονται τα συμπτώματα, προτείνονται πρακτικές αντιμετώπισης και όλοι υποδύονται τα θύματα ή τα εν δυνάμει θύματα του τέρατος της «Βαρεμάρας». Συνήθως βέβαια εγκαταλείπουν τα σεμινάρια περισσότερο κουρασμένοι από πριν και έτσι επιβεβαιώνονται εκ νέου οι προφητείες της συγκεκριμένης θεωρίας!!!

Δεν είναι τυχαίο που δεν συναντούμε πρακτικές που να προκύπτουν και να προτείνονται από αυτές τις θεωρίες και οι οποίες να οδηγούν τους εργαζόμενους στην ανατροπή ή στην κατάργηση του συστήματος, της δομής ή της υπηρεσίας που εργάζονται. Γιατί, στην περίπτωση αυτή, κατάργηση θα σήμαινε και αμφισβήτηση των ίδιων των θεωρητικών-επιστημονικών μοντέλων στα οποία στηρίζονται. Επειδή όμως, όπως προανέφερα, αυτό δεν εμπεριέχεται στη λογική αυτής της θεωρίας περιορίζεται κανείς σε διακοσμητικού τύπου αλλαγές. Αλλαγές ή καταργήσεις δομών συναντούμε τις περισσότερες φορές με δημοσιονομικά κριτήρια στα πλαίσια της υποβάθμισης π.χ. των υπηρεσιών Υγείας ή Παιδείας και της ιδιωτικοποίησής τους. Αναφερόμαστε δηλαδή  στη συντήρηση τόσο των ίδιων των  δομών-θεσμών όσο και στη συντήρηση των διαχειριστών τους. Αυτό είναι και η πεμπτουσία της θεωρίας της «επαγγελματικής εξουθένωσης»: η συντήρηση των διαχειριστών της συντήρησης και κατ’ επέκταση η συντήρηση του ίδιου του συστήματος.

Η θυματοποίησή του ατόμου από τον πόνο ή την ανάγκη του συνανθρώπου του είναι το μέσο ολοκλήρωσης της αλλοτρίωσής του από τον ίδιο του τον εαυτό. Στην κλασική κατά τον Μαρξ αποξένωση του ανθρώπου από το δημιούργημά του, δηλαδή από το προϊόν που παράγει, έρχεται να προστεθεί η αποξένωση από τον ίδιο του τον εαυτό βιώνοντας τον συνάνθρωπό του, δηλαδή και τον ίδιο, ως επιβαρυντικό παράγοντα. Γι’ αυτό και η ίδια η θεωρία του Burnout είναι προϊόν της ίδιας της αλλοτρίωσης που τη χαρακτηρίζει.

.
.
.

* Το άρθρο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της ομιλίας που πραγματοποιήθηκε στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο του κλάδου Κλινικής Ψυχολογίας και Ψυχολογίας της Υγείας της ΕΛΨΕ με θέμα: «Σύγχρονες Εξελίξεις στην εμπειρικά τεκμηριωμένη Κλινική Ψυχολογίας και Ψυχολογία της Υγείας», Θεσσαλονίκη, 9-11.11. 2008.

** Αναπληρωτής καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας, Τμήμα Ψυχολογίας Α.Π.Θ., e-mail: trella@psy.auth.gr.

[1] Freudenberger, H. J. (1974). Staff burn-out. Journal of Social Issues, 30, 159-165.

[2] Maslach, C. & Jackson S. E. (1981). The measurement of experienced burnout. Journal of Organizational Behavior. 2, 99-113.

[3] Σε αυτή ακριβώς τη λογική παρατηρούνται τις τελευταίες δεκαετίας πολυάριθμες έρευνες και δημοσιεύσεις αναφορικά με το Burnout. Διαπιστώνει κανείς μια συναίνεση ως προς την συμπτωματοκεντρική προσέγγιση  του ατόμου ή του πλαισίου, αποσπασμένα από το κοινωνικο-πολιτικό περιβάλλον. Τέσσερις είναι οι κυριότερες προσεγγίσεις: 1) Το μοντέλο της Maslach (Maslach & Jackson, 1981, ό.π.), γνωστό και ως «μοντέλο των τριών διαστάσεων», δηλαδή της συναισθηματικής εξάντλησης, της αποπροσωποίησης και της αδυναμίας προσφοράς, 2) Η προσέγγιση των Edelwich & Brodsky [Edelwich J., Brodsky A. (1980). BurnOutStages of Disillusionment in the Helping. New York: Human Sciences Press], οι οποίοι καταγράφουν την εξουθένωση ως διαδικασία που αποτελείται από τις φάσεις του ενθουσιασμού, της αδράνειας, της ματαίωσης και της απάθειας, 3) Το μοντέλο του Cherniss [Cherniss, C. (1980). Staff Burnout Job Stress in the Human Services. Beverly Hills, California: Sage Publications, Inc], που αναφέρεται σε μια διαδραστική κατάσταση όπου παρατηρείται στο άτομο το εργασιακό άγχος, η εξάντληση και η απάθεια, και 4) Η προσέγγιση των Pines & Aronson, [Pines, A. & Aronson, E. (1981). Career burnout. New York: MacMillan], οι οποίοι διευρύνουν τους τομείς επαγγελματικής εξουθένωσης εκτός από τον τομέα της υγείας και σε άλλους τομείς. Εντοπίζουν και καταγράφουν συμπτώματα τόσο στο σωματικό όσο και  στο ψυχικό επίπεδο.

[4] «Η υγεία είναι ένα υπαρξιακό αγαθό. Είναι μία αξία χρήσης, η οποία στις κοινωνίες μας είναι συλλογική και δημόσια – όμοια με τον αέρα, το πόσιμο νερό, την εκπαίδευση ή την ασφαλή μετακίνηση και τη δικαστική ασφάλεια. Η φροντίδα υγείας είναι μία κοινωνική ανάγκη. Και η κοινωνική οργάνωση της φροντίδας υγείας πρέπει να είναι προσανατολισμένη προς αυτή την ανάγκη – και όχι προς άλλους στόχους και συμφέροντα τα οποία καθορίζονται από την αγορά και τα κέρδη.» [Deppe, H. U. (2007). Παρούσα κατάσταση και προοπτικές των καθολικών συστημάτων υγείας. Κοινωνία & ψυχική Υγεία, 6ο τεύχος, σ. 17].

 

.

.

.

.

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ (ΠΡΩΗΝ) ΧΡΗΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΖΩΝΤΩΝ ΤΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ -Για την εκδήλωση διαμαρτυρίας της περασμένης Τρίτης


Το ακόλουθο Δελτίο Τύπου, που δημοσιεύουμε σήμερα, απαντά στις θέσεις που διατυπώθηκαν εκ μέρους των κερδοσκοπικών οργανισμών, στο αντίστοιχο κείμενο τους, με αφορμή τη συγκέντρωση διαμαρτυρίας της περασμένης Τρίτης στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Οι (πρώην) Χρήστες και Επιζώντες της Ψυχιατρικής καταγγέλουν την προσπάθεια εκμετάλλευσή τους από τις διάφορες κερδοσκοπικές εταιρείες που δημιούργησαν ιδρύματα-οικοτροφεία στην κοινότητα, αναπάραγοντας την ιδρυματική λογική με μόνο σκοπό, την απορρόφηση κονδυλίων. Διεκδικούν τα δικαιώματα που αναφέρουν λεπτομερώς παρακάτω και θέτουν καίραια ερωτήματα για τη χρήση των ψυχοφαρμάκων και  τους θανάτους των ψυχικά ασθενών. Τέλος, καλούν  τους εργαζόμενους στο χώρο της ψυχικής υγείας να αποδεχτούν και να εναρμονιστούν στην καθημερινότητά τους με τις παραπάνω προτάσεις και να υπερασπιστούν μαζί τους, τα δικαιώματά τους.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Αθήνα, 25 Νοεμβρίου 2008

Αποτελεί πρόκληση για καθένα από μας η προσπάθεια εκμετάλλευσής μας για ακόμα μια φορά από τις διάφορες κερδοσκοπικές εταιρίες που ανέλαβαν την κατ’ αποκοπή επιτάχυνση της διαδικασίας απορρόφησης κονδυλίων με τη δημιουργία οικοτροφείων-ιδρυμάτων στην κοινότητα διατηρώντας και αναπαράγοντας την ιδρυματική λογική και όχι για να προάγουν την χειραφέτησή μας και την απεμπλοκή μας από την ψυχιατρική βαρβαρότητα.

Η διένεξή και αντιπαράθεσή τους με το ΥΥΚΑ σχετίζεται περισσότερο με την αναξιοπιστία των συμβαλλόμενων στην κατεύθυνση της ιδιωτικοποίησης της ψυχικής υγείας και όχι με την ψυχιατρική μεταρρύθμιση την οποία αυθαίρετα επιτείνονται ότι υπηρετούν «εδώ και 25 χρόνια».

Το ότι σε αυτήν τη διένεξή προσπαθούν να εγκλωβίσουν και εμάς αναπαράγοντας το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα, τα στερεότυπα και προκαταλήψεις και επαναφέροντας το κλασικό και ανήθικο επιχείρημα περί επικινδυνότητας μας «για την οικογένεια και την κοινωνία», όπως ανερυθρίαστα αναφέρουν στην ανακοίνωσή τους, τεκμηριώνει ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον για τις επιχειρήσεις τους και όχι για μας τους ίδιους, παρασύροντας και πολλούς καλόβουλους εργαζόμενους που πίστεψαν και πιστεύουν σε μια άλλη ανθρώπινη συνάντηση και συνεργασία μαζί μας ενάντια στην ιδρυματική λογική των μικρών και μεγάλων ψυχιατρείων.


Εμείς τα μέλη της Πανελλήνιας Επιτροπής (πρώην) Χρηστών και Επιζώντων της Ψυχιατρικής θεωρούμε ότι τόσο η κυβέρνηση και το ΥΥΚΑ όσο και οι ιδιώτες συμβαλλόμενοι μαζί του ποτέ δεν είδαν τη μεταρρύθμιση σαν διαδικασία αποκατάστασης των δικαιωμάτων μας αλλά σαν μια διαδικασία απορρόφησης κονδυλίων μέσα από μια δημοσιονομική λογική που τη συνταγματική υποχρέωση για καθολική, δημόσια και δωρεάν φροντίδα υγείας την αντικαθιστά η στυγνή εμπορευματοποίηση. Ας πάψουν λοιπόν να μας χρησιμοποιούν για ιδία οφέλη και δηλώνουμε ότι θα συνεχίσουμε τους αγώνες μας για μια κοινωνία χωρίς ψυχιατρεία, για την αποκατάσταση των δικαιωμάτων μας, σε μια κοινωνία αλληλέγγυα και χωρίς προκαταλήψεις.


Γι’ αυτό:

– Διεκδικούμε τα δικαιώματά μας σαν άνθρωποι και σαν πολίτες.

– Ζητούμε να εφαρμόζεται η ευρωπαϊκή και η ελληνική νομοθεσία για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων μας.

– Ζητούμε να ποινικοποιηθούν οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων μας με σαφείς διατάξεις του νόμου και όχι με γενικότητες. Να ισχύσουν οι διατάξεις του ποινικού κώδικα εναντίον κάθε παραβάτη των δικαιωμάτων μας, όπως ισχύει για κάθε πολίτη.

– Απαιτούμε την απόλυτη ενημέρωσή μας για τις παρενέργειες των χορηγούμενων ψυχοφαρμάκων. Επίσης, να έχουμε τη δυνατότητα της επιλογής εναλλακτικών μορφών θεραπείας ακόμα και χωρίς ψυχοφάρμακα. Δηλώνουμε ότι για οποιαδήποτε δραστηριότητά μας δεν θα δεχθούμε την οποιασδήποτε μορφής χορηγία ψυχοφαρμακευτικών εταιρειών.

– Η εκπροσώπηση και η παρουσία μας σε όσες κατά νόμον και κατά διατάξεων των νόμων θέσεις, να είναι θέσεις ουσίας. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα να παρεμβαίνουμε και να ακυρώνουμε τις τυχόν δυσμενείς και μεροληπτικές εναντίον μας θέσεις και αποφάσεις και όχι να έχουμε έναν διακοσμητικό ρόλο όπως έχουμε σήμερα.

– Συνέχιση των εναλλακτικών προς την παραδοσιακή ψυχιατρική προσέγγιση μορφών υποστήριξης από εθνικούς πόρους.

– Απαιτούμε την ουσιαστική και καθολική επαγγελματική μας αποκατάσταση και ζητούμε οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (ΚοιΣΠΕ) να μετατραπούν σε πραγματικούς φορείς επαγγελματικής αποκατάστασης με πλειοψηφική τη συμμετοχή μας στο Διοικητικό Συμβούλιο και με αναγνώριση όλων των πολιτικών και δικαιοπρακτικών μας δικαιωμάτων.


– Να κοινοποιηθεί άμεσα από τους αρμόδιους:


▫ Ποιο είναι το προσδόκιμο επιβίωσης των καταναλωτών συνταγογραφούμενων ψυχοφαρμάκων.

▫ Ποια η αναλογία θανάτων μεταξύ των ψυχασθενών και ίσου δείγματος του γενικού πληθυσμού.

▫ Πόσες εκατοντάδες ψυχικά πάσχοντες πεθαίνουν κάθε χρόνο από τις παρενέργειες των χορηγούμενων ψυχοφαρμάκων.

▫ Γιατί δεν ενδιαφέρεται το κράτος γι αυτούς τους θανάτους.


– Καταγγέλλουμε την ψυχιατρική βία και καταστολή, τις μηχανικές και χημικές καθηλώσεις, τις προθέσεις για «ήσυχα δωμάτια θεραπευτικής απομόνωσης», την ανεξέλεγκτη χορήγηση ψυχοφαρμάκων. Καταγγέλλουμε επίσης και ζητούμε την ακύρωση των εισαγγελικών παραγγελιών για αναγκαστικό εγκλεισμό.

– Ζητούμε η ενδεχόμενη νοσηλεία μας να γίνεται με τρόπο που να σέβεται την προσωπικότητά μας.

– Αντιδρούμε στο δημόσιο εξευτελισμό μας με τη μεταφορά μας στα ψυχιατρεία σαν κακοποιούς και όχι σαν όλους τους πολίτες που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες υγείας.

– Καλούμε τους εργαζόμενους στο χώρο της ψυχικής υγείας να αποδεχτούνε και να εναρμονιστούνε στην καθημερινότητά τους με τις παραπάνω προτάσεις και να υπερασπιστούνε μαζί με εμάς τα δικαιώματά μας.


Επικοινωνία: freemindgr@gmail.com

Συγκέντρωση Διαμαρτυρίας Δικτύου Ψυχικής Υγείας και Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης την Τρίτη 25 Νοεμβρίου

Tην Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008 και ώρα 9 το πρωί, το Δίκτυο Ψυχικής Υγείας και Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης, θα πραγματοποιήσει συγκέντρωση διαμαρτυρίας απέναντι από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στην οδό Αριστοτέλους 19. Στο παρακάτω Δελτίο Τύπου, που αναδημοσιεύουμε, μπορείτε να διαβάσετε όλες τις σχετικές λεπτομέρειες. Με την ευκαιρία, θα ήθελα να σας προτείνω να επισκεφτείτε και το blog http://psi-action.blogspot.com/. Το «psi-action» ενδιαφέρεται για θέματα σχετικά με την ψυχική υγεία και την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση. Είναι ενάντια στη βία και την καταπάτηση των δικαιωμάτων των ανθρώπων με ψυχοκοινωνικά προβλήματα. Σχολιάζει και δημοσιοποιεί στάσεις και πρακτικές, από όπου και αν προέρχονται, που εμποδίζουν ή/και υποβαθμίζουν την προσπάθεια για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση στη χώρα μας… Το διαβάζω και σας προτείνω να το παρακολουθείτε κι εσείς. Δείτε και τα video που υπάρχουν εκεί. Θα καταλάβετε γιατί.

.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

.

Οι φορείς που υλοποιούν, εδώ και 25 χρόνια, με υπευθυνότητα και σεβασμό απέναντι στους ψυχικά πάσχοντες, ένα μεγάλο μέρος της αποασυλοποίησης και της μεταρρύθμισης των ψυχιατρικών υπηρεσιών, εκπέμπουν σήμα κινδύνου και κραυγή απόγνωσης.

Συγκεντρωνόμαστε μαζί με ασθενείς, εργαζόμενους, εκπροσώπους συλλόγων χρηστών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, συλλόγων οικογενειών ατόμων με ψυχικά προβλήματα για να ενημερώσουμε τους πολίτες ότι με ευθύνη από της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μέσω της αθέτησης καταβολής των οφειλομένων, βρισκόμαστε στην οριακή κατάσταση:

  • Επικείμενης διακοπής λειτουργίας Μονάδων που αναδέχθηκαν ψυχιατρικούς ασθενείς από Δημόσια Ψυχιατρεία, στα πλαίσια του προγράμματος αποασυλοποίησης, μετά από ανάθεση από το Ελληνικό Δημόσιο.
  • Άμεσης απειλής απόλυσης θεραπευτών.
  • Απειλής αθρόας επιστροφής ψυχικά ασθενών στα Δημόσια Ψυχιατρεία με την διαδικασία του ακούσιου εγκλεισμού.
  • Παράλληλης απειλής βλάβης της ψυχικής υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της εν γένει προσωπικότητας των αρρώστων.
  • Κινδύνου για τις οικογένειές τους και το κοινωνικό σύνολο.

Οι φορείς αυτοί βρίσκονται αντιμέτωποι με τον πραγματικό κίνδυνο διακοπής της λειτουργίας των δομών τους, παρά τις δραματικές προσπάθειες που έχουν καταβάλει όσοι εργάζονται σ’ αυτούς τα τελευταία τρία χρόνια. Αυτό οφείλεται στην προσπάθεια απαξίωσης των φορέων και του έργου τους από την πλευρά του ΥΥΚΑ με τους ακόλουθους τρόπους:

Περικοπή χρηματοδοτήσεων και επαναλαμβανόμενες καθυστερήσεις. Έως και τον 11ο του 2008 έχουν εξασφαλιστεί 44 αντί 76 εκατ. ευρώ που απαιτούνται. Στους περισσότερους φορείς όμως έχει διατεθεί λιγότερο από το 40% των απαιτούμενων πόρων.

Προσπάθεια συκοφαντίας των φορέων μέσω ψευδών και περιπλανητικών δηλώσεων (π.χ. ότι οι φορείς έχουν τα χρήματα και δε τα διαθέτουν στους εργαζομένους, ότι οι φορείς θα έπρεπε να χρηματοδοτούνται απολογιστικά, ότι τα προβλήματα χρηματοδότησης οφείλονται σε καθυστερήσεις από την πλευρά των φορέων, ότι στους φορείς παρουσιάζονται φαινόμενα οικονομικών ατασθαλιών και παράνομων πράξεων κοκ, ότι το ΥΥΚΑ μπορεί να «απορροφήσει» τους εργαζόμενους σε ΝΠΔΔ κοκ).

Δηλώνοντας ότι τα προβλήματα έχουν ήδη λυθεί μέσω μέτρων που είναι δύσκολο να εφαρμοστούν ή απαιτείται ακόμα χρόνος για την εφαρμογή τους (η σύμβαση με τους ασφαλιστικούς φορείς περιέχει αρκετά σημεία που χρήζουν αναθεώρησης για να μην παρουσιαστούν προβλήματα στην λειτουργία των δομών και στη συνεργασία των φορέων με τους ασφαλιστικούς οργανισμούς).

Την έλλειψη ιδιαίτερου ολοκληρωμένου νομικού πλαισίου για τα ατομικά δικαιώματα αυτών των ασθενών, καθώς και διοικητικο-οικονομικού πλαισίου υποστήριξης της συνέχισης των έργων του προγράμματος «Ψυχαργώς β’ φάση» μετά την περίοδο συγχρηματοδότησης όπως προκύπτει από τις απαντήσεις που κατά καιρούς δίνει η πολιτική ηγεσία του Υ.Υ.κ.Κ.Α. σε ερωτήσεις βουλευτών.

Οι πολιτικοί και υπηρεσιακοί παράγοντες του Υπουργείου συμπεριφέρονται με αλαζονεία και έπαρση, αρνούνται να κάνουν ένα ουσιαστικό διάλογο με εμάς, ενώ επιπλέον εφευρίσκουν ανακριβή επιχειρήματα που διοχετεύουν στον Τύπο και τα Μ.Μ.Ε., ενώ είναι προφανές, ότι το Υπουργείο, όταν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του στο ακέραιο –όπως οφείλει, αλλά δεν πράττει- δεν κάνει σε κανέναν χάρη ή κοινωνική πολιτική ως προς την χρηματοδότηση των Μονάδων και τούτο διότι: α) υπήχθη σε στρατηγικές της Ε.Ε. που το υποχρέωσαν να προβεί στην αποασυλοποίηση και στην ανάπτυξη κοινοτικών Μονάδων Ψυχικής Υγείας, ιδιαίτερα για παιδιά και εφήβους, β) το ίδιο το κράτος κέρδισε από τις επιδοτήσεις της Ε.Ε. και μείωσε το κόστος από τη συντήρηση των αρρώστων στα δημόσια Καταστήματά του και συνεπώς, γ) η καταβολή κάλυψης των δαπανών λειτουργίας των Μονάδων αποτελεί συμβατική του υποχρέωση και όχι οικειοθελή παροχή.

.

Η ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ

ΤΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ

ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΥΥΚΑ

ΟΧΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ –

ΟΧΙ ΣΤΗ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ –

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ –

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ –
ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟΥΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ

ΛΕΜΕ ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΣΥΛΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
ΟΧΙ ΣΕ ΝΕΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΛΕΡΟΥ