ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ : ΠΑΡΩΔΙΑ «ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ» ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ» ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.
ΠΑΡΩΔΙΑ «ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ»

ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ» ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

 

Υστερα από 15 μηνών παραλυτικής απραξίας στο χώρο της Ψυχικής Υγείας και ενώ το όλο σύστημα των υπηρεσιών βρίσκεται σε μια πορεία επιταχυνόμενης κατάρρευσης, η κυβέρνηση Σύριζα-Ανελ έδωσε στη δημοσιότητα μια πρώτη νομοθετική απόπειρα (πιο πολύ, πυροτέχνημα) με το νομοσχέδιο για την «Μεταρρύθμιση της Διοικητικής Οργάνωσης των Υπηρεσιών  Ψυχικής Υγείας».

.

Τη στιγμή που η αποψίλωση όλων των μονάδων από προσωπικό (με αποτέλεσμα την εκτός ορίων κόπωση του ελάχιστου εναπομείναντος προσωπικού) και η δραστική περικοπή των προϋπολογισμών, σε αλληλεπίδραση με την μηδέποτε αμφισβητηθείσα κατασταλτική ψυχιατρική (της πληθώρας των ακούσιων εγκλεισμών, των μηχανικών καθηλώσεων, των απομονώσεων, του μονόδρομου του ψυχοφάρμακου), οδήγησε σε διαδοχικά τραγικά επεισόδια (μεταξύ άλλων, στα γνωστά περιστατικά που συνέβησαν στο ΨΝΑ/Δαφνί), η ηγεσία του αρμόδιου Υπουργείου παρουσιάζει ένα νομοσχέδιο που, αφήνοντας άθικτη την υπάρχουσα κατάσταση, αποσκοπεί, απλώς, σε μια «συγκεντρωτικά ελεγχόμενη ‘αποκέντρωση’ των υπηρεσιών», τελείως ξεκομμένη από την υπάρχουσα πραγματικότητα και χωρίς καμιάν αναφορά σε αυτήν. Με μόνες, επί του πρακτέου, αρμοδιότητες, προς χρήση πιθανώς στο προσεχές μέλλον, αυτές που βοηθούν στην άσκηση πολιτικών δημοσιονομικής περιστολής, καθώς οι Περιφέρειες, στην αρμοδιότητα των οποίων προβλέπεται να περιέλθουν οι όποιες υπάρχουσες υπηρεσίες, αναφέρεται ρητά ότι, εκτός από σύσταση υπηρεσιών, θα μπορούν να αποφασίζουν για «την μείωση, την συγχώνευση, την μετακίνηση προσωπικού.

.

Το νομοσχέδιο περιορίζεται στην κατάργηση των Τομεακών Επιτροπών του ν. 2716/99 (αυτών που θα συντόνιζαν την λειτουργία των Τομέων Ψυχικής Υγείας-ΤΟΨΥ – αν υπήρχαν) και στην συγκρότηση νέων με διαφορετική σύνθεση, οι οποίες θα υπάγονται στις νεοδημιουργούμενες σχετικές επιτροπές σε επίπεδο Περιφέρειας (και αυτές, εν συνεχεία, θα έχουν σημείο αναφοράς το Υπουργείο Υγείας). Μια απλή, δηλαδή, διοικητική αναδιοργάνωση που ουδόλως αγγίζει τον τρόπο λειτουργίας του κυρίαρχου συστήματος, την κουλτούρα και την πρακτική του. Μιλά για Τομεακές Επιτροπές χωρίς, ύστερα από 30 χρόνια υποτιθέμενης «μεταρρύθμισης», να τολμά να προχωρήσει στην οργάνωση και έμπρακτη εφαρμογή και λειτουργία της Τομεοποίησης, δηλαδή, της δημιουργίας του «ολοκληρωμένου δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών» (εναλλακτικών στον εγκλεισμό και με άξονα το Κέντρο Ψυχικής Υγείας), που θα έχει την ευθύνη για απάντηση στο σύνολο των αναγκών ψυχικής υγείας του πληθυσμού μιας συγκεκριμένης περιοχής (όχι μεγαλύτερης από 100.00 κατοίκους). Χωρίς την λειτουργία των υπηρεσιών στη βάση του «Τομέα ευθύνης», οι Τομεακές Επιτροπές δεν έχουν νόημα ύπαρξης, ακριβώς γιατί δουλειά τους θα ήταν να συντονίζουν και να οργανώνουν την τομεοποιημένη δικτύωση των υπηρεσιών – κάτι, δηλαδή, που πρακτικά θα έπρεπε να υπάρχει και να λειτουργεί, αλλά ποτέ δεν υπήρξε. Στις επιτροπές αυτές, οι «λήπτες των υπηρεσιών» και οι σύλλογοι των οικογενειών προβλέπεται να έχουν έναν, όπως πάντα, υποτυπώδη και καθαρά διακοσμητικό ρόλο.

.

Στο νομοσχέδιο, το Κέντρο Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) αναφέρεται ως μονάδα πρωτοβάθμιας φροντίδας, πράγμα που αναδεικνύει μια θεμελιακή άγνοια από τους εν λόγω νομοθέτες ως προς τη φύση, τον ρόλο και την λειτουργία του ΚΨΥ, που παρέχει πρόληψη και φροντίδα και στα τρία επίπεδα, πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο.

.

Μια άλλη πτυχή του «εγχειρήματος» είναι ότι, με τη σύνθεση που προβλέπεται στις διάφορες επιτροπές και με δεδομένη την κατάσταση που υπάρχει στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας – με την δομική απροθυμία των στελεχών του δημοσίου να ασχολούνται με επιτροπές, είτε από έλλειψη ενδιαφέροντος για το (υποτιθέμενο) αντικείμενό τους, είτε και γιατί, ούτως ή άλλως, δεν έχουν νόημα ύπαρξης ως μη έχουσες υλικό αντικείμενο – ενδέχεται, σε πολλές περιπτώσεις, τον έλεγχο της λειτουργίας των επιτροπών να τον ασκούν εκπρόσωποι των ΜΚΟ.

.

Η περιφεριοποίηση, η αποκέντρωση του όλου συστήματος, θα είχε νόημα αν υπήρχε σύστημα και μάλιστα κοινοτικά βασισμένο, με κοινοτικά προσανατολισμένη  κουλτούρα και πρακτική. Με την κυρίαρχη κουλτούρα και πρακτική και με απογυμνωμένη τη χώρα από τις όποιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, το να ξεκινάει κανείς ανάποδα, δηλαδή, από το «διοικητικό» (ανεξάρτητα από την, ούτως ή άλλως, χαμηλή ποιότητα του εν λόγω διοικητικού σχεδιασμού) και όχι από το είδος της ψυχιατρικής που ασκείται, δεν κάνει άλλο από το να αντιγράφει και στα καθ΄ ημάς τις νεοφιλελεύθερες λογικές της απονοσοκομειοποίησης. Η ανάληψη, πχ, των ΚΨΥ από τους Δήμους, αυτούς τους χρεωκοπημένους Δήμους, που έχουν  κλείσει όλες, τις όποιες (ανέκαθεν υποτυπώδεις) κοινωνικές υπηρεσίες είχαν και αδυνατούν να ανταποκριθούν στις στοιχειώδεις λειτουργίες τους, σ΄ αυτούς τους Δήμους, ήδη από την προ μνηνονίου εποχή, υπήρχε άνωθεν σχεδιασμός να μεταφερθούν τα ΚΨΥ και οι κοινοτικές γενικά υπηρεσίες.  Οι σχεδιασμοί αυτοί, προφανώς, δεν εξέλειπαν.

.

Αυτό που εν τέλει εξυπηρετείται μ΄ αυτά τα «σχέδια επί χάρτου», είναι η δημιουργία, για παρουσίαση στις Βρυξέλλες, ενός περιτυλίγματος μιας (μη υπάρχουσας) ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, που θα χρησιμοποιηθεί ως όχημα (και άλλοθι) για μια επαναδιαπραγμάτευση του συμφώνου Αντόρ-Λυκουρέντζου, η οποία θα συνίσταται σ΄ ένα πιο βαθμιαίο κλείσιμο των εναπομεινάντων ψυχιατρείων. Πιο «βαθμιαίο», ίσως, αλλά εξίσου βίαιο με το προ διετίας σχεδιαζόμενο, στο βαθμό που δεν υπάρχουν εναλλακτικές υπηρεσίες, αλλά και ούτε η πρόθεση να δημιουργηθούν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αλλαγή χρήσης ενός κτιρίου, αξίας 7.3 εκ. ευρώ, που χρηματοδοτήθηκε μέσω ΕΣΠΑ για την λειτουργία του ως ΚΨΥ από το ΨΝΑ και το οποίο χρησιμοποιείται, παράτυπα, για άλλους σκοπούς (μεταφορά σε αυτό των εξωτερικών ιατρείων του ΨΝΑ, καθώς και οικοτροφείων) προκειμένου να γίνει εξοικονόμηση των δαπανών από τα καταβαλλόμενα  ενοίκια.

.

Οι πραγματικές προθέσεις των κυβερνώντων φαίνονται, μεταξύ άλλων, και από το νόμο για την κάλυψη των ανασφάλιστων, που μεταχειρίζεται την συντριπτική πλειονότητα εξ΄ αυτών όπως τους ασφαλισμένους, οι οποίοι πληρώνουν μιαν όχι αμελητέα συμμετοχή στα φάρμακά τους, την οποία συχνά δεν αντέχουν, ενώ και οι ασθενείς με προνοιακή ασφάλιση, των οποίων έχει λήξει και πρέπει να ανανεωθεί η υγειονομική κάλυψη, και οι οποίοι πριν δεν πλήρωναν καθόλου για τα φάρμακά τους,  τώρα θα πρέπει, για τρεις τουλάχιστον μήνες, να πληρώνουν όπως οι ασφαλισμένοι, με απροσδιόριστο το μέλλον – αν, πχ, η τρόικα δώσει εντολή να καταργηθεί και γι΄ αυτούς  οριστικά η δωρεάν χορήγηση των φαρμάκων.

.

Απέναντι σ΄ αυτές τις πολιτικές εξόντωσης των ψυχικά πασχόντων και των οικογενειών τους πρέπει να υπάρξει δυναμική κοινωνική αντίδραση και αντίσταση, για να μη περάσουν αυτά τα μέτρα και να διεκδικηθεί ένα εναλλακτικό και χειραφετικό σύστημα ψυχικής υγείας. Με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων και της υποκειμενικότητας των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία. 

.

 

25/4/2016

.
.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.
.
.

*Επισυνάπτεται η πρόταση της «Πρωτοβουλίας» για την Τομεοποίηση:

.
.

ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ* ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΜΕΟΠΟΙΗΣΗ

Αρχές και διαδικασία για την άμεση και πρακτική εφαρμογή της

.

Το «άνοιγμα στην κοινότητα», αν πρόκειται να είναι ουσιαστικό και όχι απλή επίφαση, είναι συνυφασμένο με το «άνοιγμα της πόρτας» του ψυχιατρικού τμήματος και την κατάργηση των κατασταλτικών μέτρων (μηχανικές καθηλώσεις απομονώσεις κλπ). Ένα, δηλαδή, άνοιγμα πραγματικό, χωρίς να συνοδεύεται (και έτσι έμπρακτα να ακυρώνεται) από μηχανικές καθηλώσεις, όπως συχνά γίνεται, που απλώς θα μετέφεραν τον περιορισμό της κλειδωμένης πόρτας πάνω στο ίδιο το σώμα του ψυχικά πάσχοντος.

Είναι στη βάση μιας τέτοιας διαδικασίας μετασχηματισμού και υπέρβασης του κυρίαρχου ψυχιατρικού θεσμού που η κίνηση «προς τα έξω» δεν μπορεί παρά να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Τομεοποίηση των υπηρεσιών.

Η «ευθύνη της υπηρεσίας για μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή» δεν είναι αυτή που συνδέεται με την λειτουργία της φύλαξης στο ψυχιατρείο, ούτε αυτή που υπονοείται στην κλασσική ιατρική δεοντολογία και εκφράζεται με «ιατρικο-νομικούς» όρους, όπως, πχ, ως προς τις συνέπειες της θεραπείας, ή της παράλειψής της κλπ.

Η έννοια της «ευθύνης» σημαίνει εδώ ανάληψη της υπευθυνότητας για την ψυχική υγεία ενός ορισμένου πληθυσμού, αυτής της καθορισμένης περιοχής. Αυτή η έννοια της ευθύνης συνεπάγεται ότι η υπηρεσία δεν μπορεί να περιορίζεται στο λεγόμενο «ειδικό/τεχνικό» πλαίσιο, στην παροχή, δηλαδή, κλινικών/διαγνωστικών πράξεων, συμβουλευτικής, φαρμακο/ψυχο/θεραπειών κλπ (που, ούτως ή άλλως, αποτελεί μια προφανώς αναγκαία παροχή), αλλά ότι πρέπει να διευρύνει το φάσμα των παρεμβάσεών της και να θεμελιώνεται σε μια ενεργητική στάση προαγωγής όλων των στιγμών και των εργαλείων για την ψυχική υγεία της περιοχής της.

Ο, τι γίνεται μέσα στην κοινότητα πρέπει να την αφορά – κι΄ αυτό όχι γιατί «ανάληψη ευθύνης» σημαίνει ότι η υπηρεσία αποχωρίζει το πρόβλημα από την κοινότητα, ότι το κάνει δικό της, δική της «υπόθεση», το εξειδικεύει και το ιατρικοποιεί (ψυχολογικοποιεί κλπ), αλλά, αντίθετα : ό,τι γίνεται μέσα στην κοινότητα την αφορά, γιατί αυτού του είδους η υπευθυνότητα προϋποθέτει  την συμμετοχή της κοινότητας.

Ενώ η ευθύνη φυλακτικού τύπου αναφέρεται (έχει, δηλαδή, μια κίνηση) προς τα μέσα, προς τον ιδρυματικό εγκλεισμό των προβλημάτων που θέτει ο ψυχικά πάσχων, διυποκειμενικών και κοινωνικών, δηλαδή, των αντιφάσεων που διαπερνούν και εκφράζονται στην ψυχική του οδύνη, η κίνηση της ευθύνης για την ψυχική υγεία της δοσμένης περιοχής είναι προς τα έξω, προς την επαναφορά και τον εμπλουτισμό.

Κατά συνέπεια, η Τομεοποίηση δεν πρέπει να εννοηθεί και να υλοποιηθεί ως ένα είδος «διάχυσης» του (ειδικού, θεραπευτικού) ιδρύματος στην κοινότητα, με δηλωμένο στόχο (κυρίως ή και αποκλειστικό) την θεραπεία, αλλά αποτελεί μια υπόθεση, μια πρακτική, κοινωνικής ολοκλήρωσης και ενσωμάτωσης, με δυνατότητα χειραφέτησης, καθώς και αναγνώρισης της διαφορετικότητας και του δικαιώματός της να υπάρχει.

Το κύριο ζήτημα, επομένως, για μιαν ουσιαστική εφαρμογή της Τομεοποίησης θα ήταν, πρώτα απ΄ όλα, η δημιουργία των όρων για τον μετασχηματισμό της κυρίαρχης ψυχιατρικής κουλτούρας και των συνδεδεμένων με αυτήν πρακτικών,

Και, φυσικά, όχι, για μιαν ακόμη φορά, να αναχθεί η όποια εξαγγελία της σε μιαν απλή καταγραφή των Τομέων επί χάρτου, αλλά άμεση, πρακτική εφαρμογή της,με έναρξη λειτουργίας όλων των υπηρεσιών στη βάση της ανάληψης της ευθύνης για απάντηση στις ανάγκες ψυχικής υγείαςόλου του φάσματος του πληθυσμού μιας ορισμένης περιοχής.

Σ΄ αυτή τη βάση, θα μπορούσε να προχωρήσει άμεσα η εφαρμογή της, παίρνοντας ως αφετηρία για τον σχεδιασμό της, όπως είναι σήμερα η κατάσταση στο χώρο των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, τις μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας (στα ψυχιατρεία και στα γενικά νοσοκομεία).

Για το λεκανοπέδιο, πχ, θα μπορούσε να μοιραστεί ο πληθυσμός του (ανά Δήμο ή ενότητες Δήμων) δια του αριθμού των μονάδων νοσηλείας (με το Αιγινήτειο να συμπεριλαμβάνεται με δυο κλινικές) – λαμβάνοντας υπόψη και κάποιες ιδιαίτερες ανάγκες ανά περιοχή. Οι κλινικές στο Δαφνί και στο Δρομοκαίτειο θα μπορούσαν, πριν καν συζητηθεί το όποιο θέμα μετακίνησής τους σε γενικό νοσοκομείο, ν΄ αρχίσουν να λειτουργούν τομεοποιημένα, παίρνοντας εισαγωγές από μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Το ίδιο και κάθε μια από τις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων. Θα μπορούσαν να τεθούν σε λειτουργία 2-3, επιπλέον, ψυχιατρικές κλινικές σε γενικά νοσοκομεία όπου υπάρχουν ψυχίατροι χωρίς να λειτουργεί κλινική, καθώς δεν έχει υπάρξει μέριμνα να βρεθούν χώροι, προσωπικό κλπ. Μ΄ αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να υπάρξουν, σε πρώτη φάση, ΤΟΨΥ των 150.000 περίπου κατοίκων.

Φυσικά, ένας ΤΟΨΥ, προκειμένου οι υπηρεσίες του να είναι αποτελεσματικές και να μπορούν ν΄ ανταποκριθούν με ουσιαστικό τρόπο στα προτάγματα της κοινοτικής φροντίδας, δεν πρέπει, σύμφωνα με την διεθνή εμπειρία και τα επικρατούντα πρότυπα, να ξεπερνάει τους 100.000 κατοίκους. Αυτός ο στόχος (ΤΟΨΥ των 100.00) θα πρέπει να τεθεί από την πρώτη στιγμή και να προγραμματιστεί, προκειμένου να επιτευχθεί στο άμεσο προσεχές μέλλον και οι ΤΟΨΥ πάνω από 100.000 κατοίκους να αντιμετωπιστούν ως μια πραγματικά προσωρινή και μεταβατική κατάσταση.

Θα πρέπει, φυσικά, να ληφθούν υπόψιν και οι περιοχές που εξυπηρετούνται από Αθήνα και οι οποίες δεν έχουν καθόλου μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας. <Οπου υπάρχουν ψυχιατρικές κλίνες, θα πρέπει ν΄ αξιοποιηθούν και ο πληθυσμός του νομού να κατευθύνεται σ΄ αυτές. Ενίοτε πρέπει, αν η μονάδα είναι «αδύναμη» (γιατροί, λοιπό προσωπικό) να ληφθεί πρόνοια να ενισχυθούν, διαφορετικά θα συνεχίσουν άσκοπα να υπολειτουργούν μεταφέροντας το βάρος στο κέντρο. Οπου δεν υπάρχουν, θα πρέπει να ξεκινήσει άμεση η ίδρυση και λειτουργία τους.

Όπου υπάρχει Κινητή Μονάδα, να αναλαμβάνει δέσμευση, πολύ συγκεκριμένη [στενή και θεσμοθετημένη συνεργασία Θεραπευτικής Ομάδας (Θ.Ο.) της ψυχιατρικής κλινικής και της Θ.Ο. της Κινητής Μονάδας], για την μετανοσοκομειακή παρακολούθηση/ στήριξη. Θα χρειαστεί, φυσικά, ένας άμεσος σχεδιασμός και εξασφάλιση πόρων για την δημιουργία ΚΨΥ ανά ΤΟΨΥ διασυνδεδεμένου με τη μονάδα νοσηλείας και με όλο το δίκτυο των υπηρεσιών του τομέα προκειμένου να λειτουργήσει ως η βάση του συστήματος, ως ενός community based, αντί ως ενός hospital based συστήματος.

Είναι άκρως εσφαλμένη και καταστροφική αντίληψη που υποστηρίζει ότι το ΚΨΥ μπορεί να λειτουργεί και στιγματιστικά για τους ψυχικά πάσχοντες και ότι το ΠΕΔΥ μπορεί, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, ν΄ αντικαταστήσει τα ΚΨΥ.

Αφήνοντας στην άκρη τον σκιώδη, έως και ανυπόστατο, χαρακτήρα του υπάρχοντος ΠΕΔΥ, ως ομοιώματος ενός συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι, ακόμα και στην περίπτωση που γινόταν δυνατό να δημιουργηθεί ένα πλήρες και ολοκληρωμένο σύστημα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, ο ρόλος και η λειτουργία του δεν θα μπορούσε να πάει πέρα από το να αποτελεί, όπως σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, έναν ηθμό, ή πύλη εισόδου, προς το σύστημα της Ψυχικής Υγείας.

Αυτός ο ηθμός, ή, κατ΄ άλλους, «φίλτρο» (που κατ΄ ουδένα τρόπο δεν αποτελεί υποκατάσταση του κοινοτικά βασισμένου συστήματος Ψυχικής Υγείας – όπως δείχνει το παράδειγμα της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και άλλων χωρών), απαιτεί να λειτουργήσει ένα πλήρες δίκτυο δημόσιων Κέντρων Υγείας (και γενικών γιατρών) που θα λειτουργούν σε τομεοποιημένη βάση, σε συνεργασία με τις υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας για την αναγκαία εποπτεία και συμβουλευτική.

Με την κατάσταση ως έχει, στην εναρκτήρια φάση μιας απόπειρας εφαρμογής της Τομεοποίησης, τα αιτήματα της κοινότητας που δεν χρειάζονται νοσηλεία (ή, ‘όχι ακόμα’ νοσηλεία), αυτά γενικώς που αντιμετωπίζονται σε πρωτοβάθμιο επίπεδο (με δεδομένη την κατάσταση στην Ελλάδα της primary care) : όπου υπάρχει ΚΨΥ, θα πρέπει να πηγαίνουν σ΄ αυτό, και όπου δεν υπάρχει (ακόμα) ΚΨΥ θα πηγαίνουν στα εξωτερικά ιατρεία της ψυχιατρικής κλινικής (και στον ΕΟΠΥΥ, ΠΕΔΥ κλπ).

Πρέπει, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, να είναι σαφές ότι το ΚΨΥ δεν είναι μια μονάδα που λειτουργεί απλώς σε πρωτοβάθμιο επίπεδο, αλλά, επίσης, σε δευτεροβάθμιο (προλαμβάνει νοσηλείες, με κατ΄ οίκον αντιμετώπιση υποτροπών, παρέμβαση στην κρίση κλπ και μπορεί να κάνει νοσηλείες στο χώρο του) και τριτοβάθμιο (ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και στήριξη στον τόπο κατοικίας). Είναι αυτό που του δίνει τον ριζικά εναλλακτικό χαρακτήρα του απέναντι στο υπάρχον ιδρυματικό σύστημα.

Είναι, επομένως, η ολοκληρωμένη λειτουργία του ΚΨΥ (ως βασικού άξονα του δικτύου των υπηρεσιών), που συνιστά τον πυρήνα και την πεμπτουσία της μεταρρύθμισης και όχι η μεταφορά της κλινικής του ψυχιατρείου στο γενικό νοσοκομείο – αναγκαία μεν, αλλά, πάντως, όχι πρώτης προτεραιότητας όταν δεν έχουν γίνει όλα τα άλλα. Η μεταφορά της ψυχιατρικής κλινικής στο γενικό νοσοκομείο είναι το επιστέγασμα του μετασχηματισμού και όχι η πρώτη του πράξη.

Αν, με δεδομένη την κατάσταση της Ψυχικής Υγείας που υπάρχει στην Ελλάδα (την κυρίαρχη ψυχιατρική κουλτούρα, την έλλειψη ψυχιατρικών κλινών κλπ), προηγηθεί η τελική φάση (η μεταφορά των κλινικών στα γενικά νοσοκομεία), όχι μόνο δεν θα έχει υπάρξει πραγματική μεταρρύθμιση του θεσμού, αλλά πλήθος ψυχικά πασχόντων θα έχουν χάσει οριστικά την όποια δυνατότητα και πιθανότητα εναλλακτικής, κοινοτικής στήριξης και φροντίδας, με πραγματική (και όχι κατ΄ όνομα) κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, μένοντας έρμαιοι και στο «δρόμο», θεραπευτικό ή και κυριολεκτικό.

Ενας πραγματικός μετασχηματισμός (Τομεοποίηση, ΚΨΥ κλπ) απαιτεί οικονομικούς πόρους για προσλήψεις μόνιμου προσωπικού (πέρα από τη στήριξη των θεραπευτικών προγραμμάτων και δραστηριοτήτων κοκ). Όχι μόνο για την αποτελεσματική λειτουργία των αναγκαίων κοινοτικών υπηρεσιών (για την πλήρη ανάπτυξη των οποίων το υπάρχον προσωπικό ουδόλως επαρκεί), αλλά και για την ίδια την καθημερινή λειτουργία, στο «εδώ και τώρα», όλων των ψυχιατρικών μονάδων. Για την αντιμετώπιση του αργού, καθημερινού, βασανιστικού τους θανάτου.

Αλλωστε, και η ίδια η Τομεοποίηση (χωρίς καν να μιλήσουμε για τις ανάγκες των ΚΨΥ) απαιτεί την καθημερινή εφημερία της κάθε ψυχιατρικής κλινικής. Ποια κλινική έχει το αναγκαίο ιατρικό προσωπικό για να το κάνει; Καμιά. Η Τομεοποίηση μπορεί να γίνει εδώ και τώρα, υπό την προϋπόθεση να μη σχεδιαστεί ερήμην των άμεσα ενδιαφερόμενων λειτουργών (όπως, επίσης, και των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία και των συλλόγων οικογενειών), αλλά, ταυτόχρονα, προκειμένου να λειτουργήσει, προϋποθέτει τον αναγκαίο αριθμό προσλήψεων προσωπικού, πρωτίστως ιατρικού και νοσηλευτικού.

Εννοείται ότι θα πρέπει να απαγορευτεί η νοσηλεία ασθενών εκ Πελοποννήσου και Αιτωλοακαρνανίας σε μονάδες της Αθήνας. Αυτό μάλιστα είναι το μόνο που μπορεί ν΄ αρχίσει αμέσως, από σήμερα κιόλας, χωρίς να περιμένει κανείς την, όσο σύντομη κι΄ αν είναι, εφαρμογή της Τομεοποίησης.

Στο ξεκίνημα της εφαρμογής της Τομεοποίησης, ΚΨΥ θα έχουν μόνο οι ΤΟΨΥ στους οποίους υπάρχουν ΚΨΥ- αλλά με υποχρεωτική διασύνδεση, ώστε να δίνουν και το «καλό παράδειγμα» για το μέλλον, όταν υπάρξουν και άλλα ΚΨΥ. Εννοείται ότι πρέπει άμεσα να ξεκινήσει η διαδικασία για την ίδρυση ΚΨΥ στους ΤΟΨΥ που δεν έχουν και, ταυτόχρονα, τόσο τα υπό ίδρυση, όσο και τα υπάρχοντα ΚΨΥ να είναι επαρκώς στελεχωμένα (πολλά από τα υπάρχοντα είναι υπό κατάρρευση) ώστε να μπορούν να στηρίζουν τους ψυχικά πάσχοντες στον τόπο κατοικίας.

Θα χρειαστεί σίγουρα ένα σημαντικό χρονικό διάσημα για την εξοικείωση των υπηρεσιών και των θεραπευτικών ομάδων με τον νέο τρόπο λειτουργίας.

Θα υπάρξει αναγκαστικά ένα μεταβατικό στάδιο για κάποια περιστατικά, που είχαν συνηθίσει να παρακολουθούνται από ένα γιατρό ή μια Θ.Ο., που τώρα, όμως, δέχεται μόνο ασθενείς συγκεκριμένου ΤΟΨΥ (ενώ αυτά διαμένουν σε περιοχή άλλου ΤΟΨΥ), ώστε να «περάσουν» στην Θ.Ο. του ΤΟΨΥ όπου βρίσκεται η κατοικία τους.

Ως προς τις υπάρχουσες στεγαστικές δομές του Δημοσίου, που είχαν γίνει στο παρελθόν διάσπαρτα (όπου έβρισκαν κτίριο και όχι βάσει σχεδίου) θα προκύψει το πρόβλημα, στο βαθμό που πρέπει να λειτουργούν και αυτές διασυνδεδεμένα με την μονάδα νοσηλείας και το ΚΨΥ του ΤΟΨΥ, ότι θα βρίσκονται, ενίοτε, στην γεωγραφική περιοχή διαφορετικού ΤΟΨΥ από αυτόν στον οποίο βρίσκεται η μονάδα που τις ίδρυσε και τις λειτουργεί μέχρι σήμερα. Δεν πρέπει επ΄ ουδενί να υπάρξουν γραφειοκρατικές αποφάσεις αποκοπής των δομών αυτών από την συνολική Θ.Ο. που τις λειτουργούσε μέχρι τώρα.

Οσο για τις στεγαστικές δομές των ΜΚΟ, αυτές μπορούν και πρέπει να ενταχθούν στους ΤΟΨΥ της περιοχής στην οποία βρίσκονται (στην προοπτική, φυσικά, της ανάληψής τους από το Δημόσιο), σε άμεση και συγκεκριμένη διασύνδεση με το ΚΨΥ του ΤΟΨΥ, ή, όπου δεν υπάρχει ΚΨΥ, με την ψυχιατρική κλινική του γενικού νοσοκομείου. Το ίδιο ισχύει και για τα Κέντρα Ημέρας των ΜΚΟ, τα οποία πρέπει και αυτά να τεθούν υπό την ευθύνη των ΚΨΥ του ΤΟΨΥ στον οποίο ευρίσκονται και, σε όσους ΤΟΨΥ δεν υπάρχουν ακόμα ΚΨΥ, υπό την αιγίδα της θεραπευτικής ομάδας της ψυχιατρικής κλινικής του γενικού νοσοκομείου. Το Κέντρο Ημέρας είναι μέρος των λειτουργιών ενός ΚΨΥ και επομένως, δεν μπορεί, κατ΄ ουδένα τρόπο, να υποκαθιστά, εντός ενός ΤΟΨΥ την ανάγκη ύπαρξης ΚΨΥ.

Η έμφαση στα ανωτέρω είναι στα σχετικά με την Τομεοποίηση στο λεκανοπέδιο. Προφανώς, αυτά ισχύουν και για όλες τις άλλες περιοχές.

Τελευταίο σημείο, το εξής: είναι σκόπιμο και άκρως πιο λειτουργικό, οι Τομεακές Επιτροπές ν΄ αποτελούνται από εκπροσώπους των ίδιων των μονάδων που έχουν αναλάβει την κάλυψη των αναγκών της περιοχής και να υπάρχει σ΄ αυτές ικανή εκπροσώπηση των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία και των συλλόγων οικογενειών.

Προφανώς, θα πρέπει να υπάρχουν κατευθυντήριοι άξονες «από τα πάνω» βάσει μιας εθνικής πολιτικής επί του θέματος, πώς θα πρέπει να διασυνδέονται οι μονάδες κλπ.

.

25/4/2016

.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

.

 

Το σκάνδαλο ‘Ψυχαργώς’ στην μνημονιακή ολοκλήρωσή του: Ιδιωτικοποίηση της Ψυχικής Υγείας και εξαθλίωση των ψυχικά πασχόντων

..

..

Το σκάνδαλο ‘Ψυχαργώς’ στην μνημονιακή ολοκλήρωσή του:

Ιδιωτικοποίηση της Ψυχικής Υγείας

και εξαθλίωση των ψυχικά πασχόντων

..

..

αντίσταση στην διάλυση της δημόσιας ψυχικής υγείας

σημαίνει διεκδίκηση ενός χειραφετητικού συστήματος

που αποκαθιστά τον Λόγο και τα δικαιώματα

των συνανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία

..

..

Ένα προμελετημένο έγκλημα βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε εξέλιξη στη χώρο της Ψυχικής Υγείας, με την αδίστακτη εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών μέσω του μνημονίου, που οδηγούν με ραγδαίους ρυθμούς στην περαιτέρω κοινωνική απόρριψη/εξοστρακισμό των ανθρώπων με προβλήματα ψυχικής υγείας, μέσα από την πλήρη και στοχευμένη απεξάρθρωση/διάλυση του συστήματος των δημόσιων υπηρεσιών και την αντικατάστασή τους από πλήρως ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες, κερδοσκοπικές και δήθεν «μη κερδοσκοπικές» (ΜΚΟ), όπου πρόσβαση θα έχουν μόνο όσοι θα μπορούν να πληρώσουν.

Το «σύμφωνο Λυκουρέντζου-Αντόρ», στο οποίο προβλέπεται το «κλείσιμο των ψυχιατρείων» (ΨΝΑ, Δρομοκαίτειο, ΨΝΘ) μέχρι το τέλος του 2015, είναι ακριβώς το σύμφωνο αυτής της ιδιωτικοποίησης, καθώς η δέσμευση για το fast track κλείσιμο των δημόσιων ψυχιατρείων «πληρώθηκε», από τη ΕΕ, με 105 εκ. ευρώ για την διάσωση των ΜΚΟ της ψυχικής υγείας για τρία χρόνια, έτσι ώστε να στηριχτεί η διαδικασία του κλεισίματος και ταυτόχρονα να δοθεί ο χρόνος στις ΜΚΟ για να βρουν (όσες από αυτές καταφέρουν να βρουν) τρόπους επιβίωσης και πηγές χρηματοδότησης, ώστε, από το 2016, να υποκαταστήσουν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων υπηρεσιών. Πηγές χρηματοδότησης μη κρατικές, πλέον, αλλά από τα ίδια τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας που λαμβάνουν τις υπηρεσίες τους Από αυτή την άποψη, δεν ήταν χωρίς αποτέλεσμα τα «πάνω-κάτω» τα ταξίδια στελεχών των κρατικοδίαιτων επιχειρήσεων του Δικτύου ‘Αργώς’, από τους διαδρόμους του Υπουργείου στις Βρυξέλλες, μέχρις ότου επιτευχθεί το σύμφωνο.

Η επίκληση των προ 15ετίας τεθέντων στόχων του ‘Ψυχαργώς’ για το «κλείσιμο των ψυχιατρείων το 2015» είναι καθαρά προσχηματική καθώς καμιά από τις προϋποθέσεις που θα έκαναν δυνατό το «κλείσιμο» δεν πραγματοποιήθηκε: ούτε οι εκάστοτε ηγεσίες του Υπουργείου είχαν ποτέ μια συγκροτημένη πολιτική για την Ψυχική Υγεία στην κατεύθυνση ενός «βασισμένου στην κοινότητα» συστήματος, ούτε η ψυχιατρική κοινότητα, στην πλειονότητά της, έδειξε ενδιαφέρον για μια ψυχιατρική μεταρρύθμιση ως ξεπέρασμα του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος, προς μια ψυχιατρική «κουλτούρα, πρακτική και σύστημα» συνυφασμένων με την αποκατάσταση του Λόγου και των δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία.

Βέβαια, για να γίνει δυνατή η όποια συζήτηση και για να ξεσκεπαστούν τα όποια άλλοθι της στυγνής εφαρμογής των περικοπών του μνημονίου, πρέπει να ξεκαθαριστεί τι εννοεί ο καθένας με το «κλείσιμο του ψυχιατρείου» : εννοεί την υπέρβαση της ιδρυματικής ψυχιατρικής και του ψυχιατρικού παραδείγματος στο οποίο βασίζεται, προς ένα ολοκληρωμένο, βασισμένο στην κοινότητα, δίκτυο υπηρεσιών, έτσι ώστε το «κλείσιμο του ψυχιατρείου» να έλθει όταν οι υπηρεσίες που θα το αντικαταστήσουν θα έχουν ήδη μπει σε λειτουργία (δηλαδή, την Αποιδρυματοποίηση), ή εννοεί την απλή κατάργησή του, στη λογική της Απονοσοκομειοποίησης, με το πέταγμα ασθενών και προσωπικού στο δρόμο και το πέρασμα μεγάλου μέρους των λειτουργιών του στον ιδιωτικό τομέα;

Σε κάθε περίπτωση, η «ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση» μετατράπηκε – με πλυντήριο και την λεγόμενη «Κοινωνική Ψυχιατρική» – σε μιαν απλή χωροταξική μετεγκατάσταση της ιδρυματικής ψυχιατρικής στην κοινότητα. Μεταστέγαση, δηλαδή, των χρονίως νοσηλευομένων των ψυχιατρείων σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές, ξενώνες, οικοτροφεία, προστατευόμενα διαμερίσματα. Δομές που συχνά αναπαράγουν την ιδρυματική λογική, χωρίς καμιά αλλαγή του «παραδείγματος», καμιά αλλαγή του «τρόπου σκέψης και πράξης» της ψυχιατρικής, καμιά συστημική αλλαγή: απόδειξη ότι το 55% των νοσηλειών πανελλαδικά εξακολουθούν να είναι ακούσιες.

Δεν έγιναν ποτέ τα «ολοκληρωμένα δίκτυα των κοινοτικών υπηρεσιών» (με ΚΨΥ κλπ), που θεωρούνται προϋπόθεση για το κλείσιμο των ψυχιατρείων. Δεν έχει γίνει, «παραμονές του κλεισίματος», ούτε καν το πρώτο (και εκ των ουκ άνευ) βήμα στην όποια διαδικασία ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, που είναι η τομεοποίηση των υπηρεσιών.

Αυτό που δημιουργήθηκε είναι ένα νεο-ιδρυματικό σύστημα, όπου, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αναπαράγεται η ιδρυματική καθημερινότητα, η αφαίρεση του Λόγου και της ελευθερίας των «φιλοξενούμενων», ή των «χρηστών» των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, με όρους και συνθήκες όπου δεν υπάρχει ο άνθρωπος ως ύπαρξη με τις ανάγκες της, αλλά, ιδιαίτερα στις μέρες μας, αποκλειστικά η εκπλήρωση των μνημονιακών δεσμεύσεων.

Εμπειρίες/νησίδες, όπως, μεταξύ άλλων, αυτή του ψυχιατρείου Χανίων στην Κρήτη, του οποίου το κλείσιμο συνοδεύτηκε, σε σημαντικό βαθμό, από την δημιουργία δικτύου τομεοποιημένων, εναλλακτικών κοινοτικών υπηρεσιών, δεν αποτελούν παρά εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Ηδη από την δεκαετία του ΄90 παρατηρούμε την σταδιακή εμφάνιση πολιτικών και πρακτικών ιδιωτικοποίησης της δημόσιας φροντίδας ψυχικής υγείας. Από το 2000, με το ‘Ψυχαργώς’, η ιδιωτικοποίηση παίρνει τη μορφή της ραγδαίας ανάπτυξης τόσο του κρατικοδίαιτου «μη-κυβερνητικού» τομέα, όσο και του εμπορευματοποιημένου παραδοσιακού ιδιωτικού ψυχιατρικού τομέα.

Ο πακτωλός κοινοτικών κονδυλίων για την λεγόμενη «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» και η «αγωνία» της απορρόφησης των διαθέσιμων κονδυλίων αποτελούν τα οχήματα επιτάχυνσης της λεγόμενης «αποασυλοποίησης», του δήθεν εκσυγχρονισμού, αλλά και της μετάβασης σε σχέδια και πρακτικές όχι με οδηγό την αλλαγή του επιστημονικού παραδείγματος και την Αποϊδρυματοποίηση, αλλά την συνέχιση της διαχείρισης των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία από ειδικούς, πολιτικούς και επιχειρηματίες, δηλαδή την κατασκευή νέων χώρων κοινωνικού αποκλεισμού.

Ο «τρίτος πυλώνας», οι «μη κυβερνητικές» οργανώσεις, γνωρίζει πρωτοφανή ανάπτυξη. Βασικό χαρακτηριστικό αυτού του πυλώνα – σε πείσμα ακόμα και της ιστορικής προέλευσης των πραγματικών μη-κυβερνητικών οργανώσεων ως πολιτικά και οικονομικά ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και οικονομικά συμφέροντα κινήματα – η χρηματοδότησή τους από δημόσιους, εθνικούς και κοινοτικούς, πόρους.

Οι «εκθέσεις ιδεών» διαφόρων εμπειρογνωμόνων για την «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» στην Ελλάδα συγκροτούν περισσότερο βιβλιογραφικά αναγνώσματα ξένων εμπειριών και άλλοθι απορρόφησης κονδυλίων παρά Εθνικά Σχέδια για μιαν άλλη συνάντηση με τον ψυχικό πόνο και τους ψυχικά πάσχοντες. συνανθρώπους μας. Στην πραγματικότητα, ο ρόλος των αρμόδιων οργάνων από πλευράς ΕΕ ήταν η διασφάλιση της ύπαρξης και της ενίσχυσης των ΜΚΟ, ως μέρους μιας κίνησης ιδιωτικοποίησης και βαθμιαίας απόσυρσης (και ταυτόχρονα αυστηρής λογιστικής προσέγγισης) του δημόσιου σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, καθώς και η μέσω δήθεν «κριτικών επισημάνσεων» διασφάλιση της απορρόφησης των κονδυλίων, για ένα δυσλειτουργικό νεο-ιδρυματικό μόρφωμα, για το οποίο καμιά πλευρά, ούτε αυτοί που έλαβαν το χρήμα, ούτε αυτοί που το έδιναν, δεν μπορούν τώρα να υποκρίνονται ότι «δεν ήξεραν», επί τόσα χρόνια, τι γινόταν, τι ήταν αυτό που παράγονταν, τι ήταν αυτό στο οποίο συναινούσαν να παράγεται..

Είναι σαφές ότι αυτό που επιβάλλει την τρέχουσα πολιτική του Υπουργείου δεν είναι η προ 15ετίας δέσμευση για το «κλείσιμο των ψυχιατρείων» ως προϊόντος της (μόνο ως ανέκδοτο, πλέον) «ολοκλήρωσης της μεταρρύθμισης», αλλά η μνημονιακή δέσμευση για προσαρμογή (σύνθλιψη) και της Ψυχικής Υγείας στη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Στην πλήρη, λογιστικού τύπου προσαρμογή της Ψυχικής Υγείας στους «διατιθέμενους πόρους», δηλαδή, σε μηδενικούς πόρους, γιατί μόνο αυτούς διαθέτει το σύστημα για τους ψυχικά πάσχοντες και όλες γενικά τις κοινωνικές ομάδες (σήμερα πια, για την πλειονότητα της κοινωνίας) που αντιμετωπίζει ως αντιπαραγωγικές, ως κοινωνικό βάρος και περιττές.

Η πολιτική για την Ψυχική Υγεία, όπως για την Υγεία γενικότερα, συμπυκνώνεται στα θέσφατα που, με το γνωστό του τρόπο, εκφράζει ο Υπουργός Υγείας Αδ. Γεωργιάδης : «Δεν είναι ώρα για το κράτος ν΄ αυξήσει τις δομές του αλλά να τις μειώσει», «οι δομές που θα μείνουν, θα λειτουργούν με τη μορφή των ιδιωτικών σε ένα βαθμό», «ο ιδιωτικός τομέας είναι πολύ πιο αποτελεσματικός από τον Δημόσιο», «να δούμε ποια (δομές ψυχ. υγείας) μπορούμε να χρηματοδοτούμε και ποια όχι», «δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε την πρόσβαση όλων των πολιτών στην Υγεία» κοκ.

Το σχέδιο που υλοποιούν είναι αυτό της ‘Αναθεώρησης του Ψυχαργώς’, που συνέταξε επιτροπή που είχε συστήσει ο τότε Υπουργός Υγείας Λοβέρδος, αποτελούμενη από γνωστούς ιδιοκτήτες ΜΚΟ, που έχουν συντελέσει στην ιδιωτικοποίηση της Ψυχικής Υγείας (και οι οποίοι ποντάρουν στην περαιτέρω ιδιωτικοποίησής της), καθώς και από «πάντα πρόθυμους» συνεργάτες από τα ψυχιατρεία.

Αυτό που προβλέπεται είναι η εκχώρηση των πάντων, ακόμα και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, στον ιδιωτικό τομέα και η ανάθεση στο Δημόσιο μόνο της επιτήρησης/φύλαξης των «ακαταλογίστων» του άρθρου 69 (αν και, ακόμα και γι΄ αυτό, αφήνονται παράθυρα να το αναλάβουν ιδιωτικές εταιρείες), καθώς και της νοσηλείας «οξέων περιστατικών» σε μονάδες «δημόσιων» νοσοκομείων. Είναι ένα σχέδιο/όχημα της ιδιωτικοποίησης, της συρρίκνωσης/συγχώνευσης υπαρχόντων μονάδων, απολύσεων του προσωπικού και πετάγματος των ασθενών στους δρόμους.

Ηδη, η μια υπουργική εγκύκλιος/απόφαση μετά την άλλη επιχειρούν να επιβάλλουν ένα όχι απλά «κλείσιμο», αλλά μια ταχεία, όπως-όπως, εκδίωξη (μετακίνηση, όπως το λένε) των ασθενών χρόνιας παραμονής από τα ψυχιατρεία – πολλών εξ΄ αυτών σε ιδρύματα/κολαστήρια «προνοιακού» τύπου, όπως των Λεχαινών κλπ, αλλά και στο δρόμο. Πρόκειται όχι για μια «μετάβαση σε στεγαστικές δομές», που απαιτεί τους χρόνους της, το εξατομικευμένο θεραπευτικό πλάνο και τις κατάλληλες δομές, αλλά για «έξωση» – μια έξωση σε άμεσο συγχρονισμό με την «έξωση» του προσωπικού, με τις διαθεσιμότητες/κινητικότητες που ετοιμάζονται και οι οποίες κάνουν το όλο εγχείρημα πιστό αντίγραφο της πολιτικής του πρώτου διδάξαντος στην Καλιφόρνια της δεκαετίας του 60, του μετέπειτα προέδρου των ΕΠΑ Ρ. Ρήγκαν, όταν έκλεισε τα ψυχιατρεία, απέλυσε το προσωπικό και πέταξε τους ασθενείς στο δρόμο. Σήμερα, ωστόσο, πρόκειται για ένα εγχείρημα που προοιωνίζεται να έχει πολύ χειρότερα αποτελέσματα, ακόμα και από αυτά που είχε εκείνο, που έδωσε, τότε, το όνομά του (ρηγκανισμός) στις πρακτικές αυτής της διαδεδομένης, έκτοτε, ανά την υφήλιο και νεοφιλελεύθερης κοπής, Απονοσοκομειοποίησης.

Μια από αυτές τις εγκυκλίους επιτάσσει ανώτατα όρια χρόνου νοσηλείας για τους νοσηλευόμενους στις ψυχιατρικές μονάδες, σε λογικές όπου η μείωση του χρόνου νοσηλείας δεν θα σημαίνει το ξεπέρασμα των πρακτικών εγκλεισμού και ιδρυματισμού και την στήριξη στην κοινότητα, αλλά την ταχεία καταστολή της «οξείας ψυχοπαθολογίας» – έχει ήδη μπει στα σκαριά η επέκταση της χρήσης του ηλεκτροσόκ – και το «γρήγορο εξιτήριο», με όποιες συνέπειες κι΄ αν έχει αυτό για τον ασθενή. Προβλέπει, επίσης, και διαδικασίες που θα επιτρέπουν στο μέλλον και την έξωση από τις στεγαστικές δομές, με κριτήρια που πάντα θα είναι σε θέση να επινοούνται, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Καθώς με την ταχεία, όπως – όπως, πλήρωση των λιγοστών κενών θέσεων στις όποιες στεγαστικές δομές, δεν θα υπάρχει, στο προσεχές μέλλον, δυνατότητα φιλοξενίας σ΄ αυτές και με δεδομένη την ανυπαρξία κοινοτικών μονάδων «στήριξης στον τόπο κατοικίας» των ανθρώπων που θα παίρνουν το «γρήγορο εξιτήριο» (αλλά και κοινωνικών παροχών για να μπορούν να τραφούν, να έχουν πρόσβαση στη θεραπεία τους και γενικά να επιβιώσουν), το ήδη υπαρκτό φαινόμενο της «περιστρεφόμενης πόρτας» θα γίνει ο κανόνας : η εναλλαγή του κοινωνικού αποκλεισμού με τον εγκλεισμό, νοσηλεία για γρήγορη καταστολή και «έλεγχο των συμπτωμάτων» και επιστροφή στο «χώρο του κοινωνικού αποκλεισμού» για όσο διάστημα η ψυχική οδύνη δεν γίνεται «ενοχλητική», έτσι ώστε να γίνει «αντικείμενο προσοχής» και να κινητοποιήσει τους σχετικούς μηχανισμούς του κοινωνικού ελέγχου.

Θεωρούμε ότι η απάντηση σ΄ αυτή την ανθρωπιστική καταστροφή που προωθεί με την πολιτική της η τωρινή ηγεσία του Υπουργείου Υγείας (και η οποία, στα περιεχόμενά της, αγγίζει και δομικά σχετίζεται με τις αντιλήψεις της Χρυσής Αυγής περί «στείρωσης και ευθανασίας των ψυχικά πασχόντων»), δεν είναι η υπεράσπιση του ψυχιατρείου (ενός άκρως αντιθεραπευτικού και κατασταλτικού θεσμού), αλλά η πιο σθεναρή από ποτέ διεκδίκηση της ουσίας αυτού που ήταν πάντοτε η υπέρβαση του ψυχιατρείου: η κατάργηση της ιδρυματικής βίας, των εξουσιαστικών σχέσεων, των πρακτικών του εγκλεισμού, η αποκατάσταση του Λόγου και των δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, η δημιουργία των όρων για ισότιμο διάλογο μεταξύ θεραπευτών και θεραπευομένων, η λήψη μέτρων για αξιοπρεπή κοινωνική, αλλά και εργασιακή, ένταξη, ο ενεργός πρωταγωνιστικός ρόλος των λειτουργών και των άμεσα ενδιαφερομένων ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία στις διαδικασίες μετασχηματισμού και ξεπεράσματος του ιδρύματος, ενάντια σε άνωθεν διαδικασίες διοικητικού κλεισίματος και αδειάσματος του ψυχιατρείου, η ενεργός συμμετοχή της κοινωνίας κοκ.

Αυτές οι διαδικασίες είναι ασυμβίβαστες με οποιαδήποτε έννοια διαθεσιμότητας/κινητικότητας/απολύσεων του προσωπικού, και, αντίθετα, απαιτούν προσλήψεις προσωπικού.

Είναι ασυμβίβαστες με την επικείμενη παρακράτηση των συντάξεων των φιλοξενουμένων σε στεγαστικές δομές.

Είναι ασυμβίβαστες με την ύπαρξη ανασφάλιστων ψυχικά πασχόντων (και όχι μόνο), με τους ποικίλους περιορισμούς/εμπόδια/μειώσεις στις συντάξεις και τα επιδόματά τους, στην ανυπαρξία ευκαιριών εργασιακής ένταξης, συνεταιριστικών ή άλλων.

Είναι ασυμβίβαστες με την εγκαθιδρυμένη αδιαφορία για την μη εφαρμογή της όποιας νομοθεσίας προάγει την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους (για την ακούσια νοσηλεία, την δικαστική συμπαράσταση κλπ).

Θεωρούμε ότι πρέπει άμεσα να υπάρξει ένα πλατύ μέτωπο, ένα κίνημα «από τα κάτω», των ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία, λειτουργών των υπηρεσιών, οικογενειών, κοινωνικών κινημάτων, για να μην περάσουν αυτά τα εν τη ουσία ανθρωποκτόνα σχέδια. Να είναι το κίνημα αυτό μια ουσιαστική στιγμή στην διαδικασία αποκατάστασης του Λόγου των ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία και των δικαιωμάτων τους – ένα εκ των οποίων είναι η άμεση ακύρωση, με νομοθετική πράξη, της παρακράτησης των συντάξεων.

Να διεκδικηθεί η άμεση ακύρωση του «συμφώνου Λυκουρέντζου-Αντόρ» και όλων των μνημονιακών πολιτικών που κρύβονται πίσω από αυτό.

Να υπάρξει επαρκής χρηματοδότηση για την Ψυχική Υγεία και ολοκλήρωση του μετασχηματισμού και της υπέρβασης των ψυχιατρείων, στην λογική της Αποιδρυματοποίησης και όχι της Απονοσοκομειοποίησης και του απλού «κλεισίματος».

Να μην υπάρξει καμιά διαθεσιμότητα/κινητικότητα/απόλυση και αντίθετα, να γίνουν προσλήψεις του αναγκαίου προσωπικού. Ολο το προσωπικό των ψυχιατρείων είναι αναγκαίο (και μάλιστα, δεν επαρκεί) για έναν ουσιαστικό μετασχηματισμό του συστήματος ψυχικής υγείας, πέρα από το ψυχιατρικό ίδρυμα.

Να μπει φραγμός στην ιδιωτικοποίηση της Ψυχικής Υγείας και να διασφαλιστεί ο δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας της. Να αναλάβει το Δημόσιο όλες τις δομές και τις υπηρεσίες των ΜΚΟ, που έχουν γίνει με κρατικές και κοινοτικές χρηματοδοτήσεις, να διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας του προσωπικού και η αξιοπρεπής και θεραπευτική φιλοξενία των ενοίκων.

Καταλαβαίνουμε ότι όλα τα παραπάνω σημαίνουν ανατροπή του μνημονίου. Σημαίνουν μαζική αντίσταση και πολιτικές ανατροπές.

Αλλά «δεν υπάρχει άλλος δρόμος» προκειμένου ν΄ αποφευχθεί η «μαζική ευθανασία» που ετοιμάζουν.

..

7 Νοέμβρη 2013

..

..

    Γιώργος Αστρινάκης, Δ/ντής ψυχίατρος, Δρομοκαίτειο

 Γιώργος Κοκκινάκος, Δ/ντής ψυχίατρος, ΚΨΥ Χανίων

Κατερίνα Μάτσα, ψυχίατρος, τ. Δ/ντρια 18 Ανω, ΨΝΑ

Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου, Δ/ντής ψυχίατρος, ΨΝΑ

Κώστας Μπαϊρακτάρης, αν. καθηγητής, Τμήμα Ψυχολογίας, ΑΠΘ

..

..

..

..

..