Δερματοστιξία, τσαμπουκάδες, τατουάζ: Συμβολισμοί και νοήματα στην υποκουλτούρα της φυλακής – Μέρος ΙΙΙ

 update: 29/3/2016

*Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ, που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Προφανώς οι τρόποι που περιγράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος, έχουν μετεξελιχτεί πια. Τα τατουάζ των φυλακών όμως, παραμένουν πάντα αυτοσχέδια και διάφορα υλικά χρησιμοποιούνται, για να επιτευχθούν οι απεικονίσεις που ενδιαφέρουν τους έγκλειστους. Προτιμούνται σαφώς αυτά που μπορούν να βρεθούν πιο εύκολα.

Έτσι, οδοντόβουρτσες, στυλό διαρκείας, ξυριστικές μηχανές, πλαστικό, γρανάζια, χορδές κιθάρας, αγκάθια ψαριών, φυτών, μεταμορφώνονται σε μηχανές και βελόνες. Ούρα, σαμπουάν, φούμο, καμένες σόλες παπουτσιών, κάρβουνο, χυμός σταφυλιού, λάδι ανακατεμένο με άλλα υλικά, υγρά μπαταρίας, μετατρέπονται σε μελάνι. Τα διαφορετικά χρώματα (μπλε, πράσινο, κόκκινο) προκύπτουν απ’ τις επιμέρους προσμείξεις, αν και το μαύρο τείνει πια να είναι το πιο διαδεδομένο.

Στο παρελθόν, κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, είχε χρησιμοποιηθεί και κιννάβαρι, cinnabar, ορυκτός υδράργυρος -παρά την τοξικότητα του που ήταν γνωστή-, για να βγει το κόκκινο χρώμα στα σχέδια (εδώ μάλιστα υπάρχει ένα ενδιαφέρον σχετικό άρθρο), ενώ πριν αιώνες οι ώχρες, η κιμωλία, ο μπλε ισάτης, το φυτό urukú έδιναν τις αποχρώσεις που επιθυμούσαν, όσοι ήθελαν να διακοσμήσουν το σώμα τους με ποικίλα σχέδια (στο βιβλίο «Skin:A Natural History« υπάρχουν αυτές οι πληροφορίες και πολλές ακόμα, εξίσου ενδιαφέρουσες, για τον τρόπο που οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε το δέρμα μας) Οι μολύνσεις ήταν συχνές και οι θάνατοι όχι σπάνιοι.

«Τα τατουάζ των καταδίκων», γράφει ο προαναφερόμενος συγγραφέας «παρουσιάζουν μια κλειστή θεματολογία: καρδιές (μαχαιρωμένες, λαβωμένες, με φυλλοκάρδια, με γυναικεία ονόματα, με άχ-βαχ), άγκυρες, σταυροί, στιλέτα, γκόμενες (…) Στις απάνθρωπες Νέες Φυλακές της Θεσσαλονίκης εγνώρισα έναν κατάδικο που είχε στο πέος του έναν τσαμπουκά που απεικόνιζε ένα φίδι με τα αρχικά ΑΠ (=Αστυνομία Πόλεων). Ο ίδιος είχε στη γλώσσα του ζωγραφισμένα ψάρια (δηλαδή ότι, είναι εχέμυθος)».

Σήμερα όμως, στις ελληνικές φυλακές η θεματολογία είναι ευρύτερη. Ας μην ξεχνάμε πως αρκετοί αλλοδαποί συνωστίζονται πλέον με Έλληνες εγκλείστους κι ο επηρεασμός είναι αναπόφευκτος. Δυστυχώς δεν μπόρεσα προς το παρόν, να βρω κάποια σχετική έρευνα, για να σας την παρουσιάσω. Θυμάμαι ωστόσο, από διηγήσεις Γεωργιανών κρατουμένων (πριν μερικά χρόνια που συζητήσαμε το θέμα), πως η πιο διαδεδομένη μέθοδος ανάμεσα τους, αφορούσε στη χρήση καμένου και τροποποιημένου στυλού διαρκείας ή ξυριστικής μηχανής. Η μπίλια του στυλού έβγαινε και χρησιμοποιούνταν για τη δημιουργία του σχεδίου. Η δική τους θεματολογία βέβαια, σχετιζόταν με τον τόπο καταγωγής τους.

Ενδιαφέρον είναι πάντως το γεγονός, πως ενώ παλιότερα, ‘παραδοσιακά’ τατουάζ στη χώρα μας, έφεραν μικρά κοριτσάκια, αξιοσέβαστες ηλικιωμένες γυναίκες, θρησκευόμενοι άντρες κτλ (και αυτά απεικόνιζαν κυρίως σταυρουδάκια γι’ αυτό τα έλεγαν και σταυροτυπώματα, ελιές, κυπαρίσσια, λουλούδια, κύκλους κτλ), από ένα σημείο και πέρα, συνδέθηκαν αναπόσταστα με την κουλτούρα του υποκόσμου (και κυρίως της φυλακής). Αν κάποιος από σας ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα,  μπορεί να διαβάσει εδώ μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάρτηση για τα τατουάζ των Βλάχων, στην οποία όμως αναφέρονται και οι συμβολισμοί πολλών άλλων πολιτισμών.

Στις μέρες μας, ωστόσο, τα τατουάζ, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες χώρες, είναι πλέον μόδα (καλλιτεχνικό τατουάζ). Αλλά διαχρονικά συνδέθηκαν με δύο συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες: με τους φυλακισμένους και τους ναυτικούς. Στους δεύτερους δημιουργούσαν έναν νοητό δεσμό, μια ταύτιση με την ομάδα (των ναυτικών γενικότερα), τα μέλη της οποίας ασκούσαν ένα τόσο σκληρό επάγγελμα (σε μερικές περιπτώσεις πτώματα σε ναυάγια αναγνωρίστηκαν μόνο απ’ τα τατουάζ τους). Υπάρχει μάλιστα μια εξαιρετική περιγραφή απ’ το Φώτη Κόντογλου, στο μικρό διήγημα «Ο Καπετάν Γρίτσας«, για το πως γινόταν η ανάλια σ’ έναν ήρωά του, τον Καπετάν Νικόλα ( όπως γράφει χαρακτηριστικά:»πλουμίδια κεντημένα απάνου στο πετσί του») με μπαρούτι και λιβάνι.

Το ίδιο εντέλει έγινε και με τους φυλακισμένους: τα τατουάζ ενισχύουν το δεσμό της έσω-ομάδας (συμβάλλουν στην σταθεροποίηση της ταυτότητας της ομάδας), αυξάνουν τη συνοχή, διαχωρίζουν τα μέλη απ’ τους εκτός ομάδας, δηλώνουν την προσωπική δέσμευση των μελών και κυρίως εκφράζουν την ιδεολογία του κλειστού αυτού κύκλου στον οποίο ανήκουν.

Ο Eero Wahlstedt, ειδικά για όσους ανήκουν σε συμμορία και φέρουν όμοια τατουάζ υπογραμμίζει και μια άλλη χρησιμότητα:.»Το τατουάζ επιτρέπει σε κάθε μέλος να συνδέσει τον εαυτό του εμφανώς με τη συμμορία, και έτσι να στηρίζεται στην ομάδα του για προστασία και να προστατεύεται επίσης από αυθαίρετες επιθετικές πράξεις τρίτων, ακόμα κι αν τα άλλα μέλη της ομάδας δεν είναι παρόντα«. Γιατί τ’ αντίποινα είναι δεδομένα και το σκέφτεται κανείς διπλά πριν επιτεθεί σε μέλος συμμορίας.  Η θεματολογία δηλαδή που επιλέγεται όσον αφορά αυτούς τους κρατούμενους, σχετίζεται και με την επιβίωση τους. Τους κάνει ταυτόχρονα στόχο άλλων, αντίπαλων συμμοριών, αλλά αυτό εντάσσεται στο ρίσκο των επικίνδυνων ‘παιχνιδιών’ που παίζουν με τις ζωές τους. Οπωσδήποτε όμως εκφράζει και τα εγκληματικά τους ‘κατορθώματα’. Δείχνει σε τι είναι σπεσιαλίστες.

Σε κάποια μέρη του κόσμου βέβαια, όπως θα δούμε, τα τατουάζ έχουν φτάσει σε ύψιστο βαθμό συμβολισμού. Το γιατί όμως, συνέβη αυτό, θα το αναλύσουμε στη συνέχεια. Τα περισσότερα στοιχεία αφορούν αυτά των Ρώσων εγκλείστων, αλλά ιδιαιτέρως περίπλοκα είναι και εκείνα που φέρουν όσοι ανήκουν στην Γιαπωνέζικη μαφία (Γιάκουζα). Αντιθέτως, οι Σικελοί μαφιόζοι δεν συνδέθηκαν ποτέ με τα τατουάζ. Οι λόγοι είναι πολλοί και σχετίζονται ιστορικά με την ανάδυση αυτής της μαφίας, αλλά αρκεί να αναφέρουμε έναν για να γίνει κατανοητή η διαφοροποίηση: είχαν πάντοτε ισχυρές σχέσεις με την κοινωνία. Δεν ήθελαν να διαφοροποιηθούν απ’ αυτήν.

.

12x16" photo prints
Φωτογραφία του Sergei Vasiliev (υπάρχει στο βιβλίο του Danzig Baldaev)

.

Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας πάντως, πως κάποια σύμβολα ερμηνεύονται διαφορετικά, ανάλογα με το που τα συναντάμε και ποιας εθνικότητας άτομα τα φέρουν. Για παράδειγμα η σβάστικα σε συμμορίες της Αμερικής, σημαίνει ακριβώς την πίστη στην υπεροχή της λευκής φυλής. Στην πρώην ΕΣΣΔ όμως, συμβολίζει κάτι διαφορετικό. Πρόκειται για ένα είδος πολιτικού χλευασμού, για μια τρόπον τινά πολιτική δήλωση: καλύτερα ναζιστής παρά κομμουνιστής, είναι περίπου το νόημα της. Ακόμα και στις φυλακές του ίδιου κράτους, της Ρωσίας κυρίως, τα ίδια σύμβολα μπορεί να έχουν διαφορετικά νοήματα. Έτσι σε κάποιες περιπτώσεις η σβάστικα συμβολίζει επίσης τα ισόβια δεσμά, δηλώνει πως το άτομο δεν ενδιαφέρεται για κανέναν και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις τη φέρουν αυτοί οι κρατούμενοι, που όντως η νοοτροπία τους διέπεται απ’ τον αντισημιτισμό.

Υπάρχει θα έλεγα, μια γενική παραδοχή για κάποια απ’ αυτά, αλλά όχι για όλα. Οι νεκροκεφαλές συμβολίζουν συνήθως τον αριθμό των ανθρωποκτονιών (το ίδιο και οι σταγόνες αίματος πάνω σε ξίφος), οι καθεδρικοί με τους τρούλους τα έτη της ποινής, οι επωμίδες την υψηλή διαβάθμιση του μέλους στον εγκληματικό υπόκοσμο, οι σπασμένες χειροπέδες τις αποδράσεις, τα οκτάγωνα αστέρια στα γόνατα πως το άτομο δεν γονατίζει σε καμιά εξουσία, οι καμπάνες στα πόδια δείχνουν ότι ο έγκλειστος εξέτισε την ποινή του στο ακέραιο («στο κουδούνι»), η γάτα είναι σύμβολο των κλεφτών, οι πειρατές επίσης συμβολίζουν τις κλοπές, το στιλέτο-μαχαίρι σημαίνει πως ο κρατούμενος εκτελεί κατά παραγγελία δολοφονίες, ο ιστός αράχνης την εμπλοκή με τα ναρκωτικά κτλ.

Ακόμα και το σημείο του σώματος όμως, στο οποίο απεικονίζεται κάτι, οδηγεί σε διαφορετική ερμηνεία. Για παράδειγμα τα μάτια χαμηλά στην κοιλιά δηλώνουν πως ο έγκλειστος τα βλέπει όλα (ή ότι είναι ομοφυλόφιλος και το δηλώνει περίτρανα), αλλά το ίδιο σύμβολο στα οπίσθια, δηλώνει πως ο κρατούμενος είναι σεξουαλικά διαθέσιμος για όλους και σ’ αυτές τις περιπτώσεις το τατουάζ γίνεται διά της βίας. Χρησιμοποιούνται δηλαδή τιμωρητικά και μες τις φυλακές, απ’ τους ίδιους τους έγκλειστους που θέλουν για κάποιο λόγο να στιγματίσουν έναν συγκρατούμενό τους. Στέλνουν μ’ αυτού του είδους τις απεικονίσεις ένα ισχυρό μήνυμα, για το τι θα συμβεί σ’ όποιον παραβιάσει τον κώδικα της φυλακής.

Οι κάστες στη φυλακή επίσης, είναι μια πραγματικότητα. Στη Ρωσία για παράδειγμα, υπήρχαν οι Vory-v-zakone ( οι κλέφτες) που ήταν και η μεγαλύτερη κατηγορία εγκλείστων και που βαρύνονταν με πολλαπλές εγκληματικές πράξεις κι ακολουθούσαν oι Muzhiks. Οι πρώτοι συνήθως είχαν τατουάζ με τον Χριστό στον Σταυρό. Η ζωή τους επρόκειτο να έχει τραγικό τέλος και έδειχναν μ’ αυτόν τον τρόπο, πως το γνώριζαν. Τα τατουάζ με την Παναγία βρεφοκρατούσα σήμαιναν πως το άτομο από μικρή ηλικία είχε μπει στο δρόμο της παρανομίας.

Στις δεκαετίες μεταξύ 1920 και 1950 πάλι, οι πιο σκληροί κρατούμενοι ήταν οι blatnye (αλλεπάλληλες καταδίκες για ποικίλες εγκληματικές πράξεις) κι ακολουθούσαν οι vory-v- zakone (οι thieves-in-law που προανέφερα). Στη χειρότερη μοίρα και στο έλεος όλων, ήταν οι προδότες, όσοι συνεργάστηκαν με το σύστημα, που τους στιγμάτιζαν με τη λέξη cyka (=σκύλα),  αλλά αργότερα άλλαξαν ξανά κι αυτές οι ισορροπίες.

Από τις αρχές του 1930 πάντως σύμφωνα με τον Danzig Baldaev, σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι άρχισαν να καλύπτονται με τατουάζ, ενώ προηγουμένως το έκανε περίπου το 25% αυτών. Σε κείνη την χρονική περίοδο, τη δεκαετία του ’30 δηλαδή, ήταν σαν να έγινε σαφές πως η επιστροφή στην κοινωνία, αποκλείεται κι έτσι η μόνη ‘σταδιοδρομία’ είναι η εγκληματική καριέρα.

Οι λόγοι σχετίζονταν με την πολιτικό-οικονομική κατάσταση (πόλεμοι, λιμοί, πολιτικές αλλαγές) που οδήγησε στο δρόμο μεταξύ άλλων και εκατομμύρια παιδιά (από τη δεκαετία του ’20 είχαν μείνει άστεγα και ορφανά περίπου 2,5 εκατομμύρια), τα οποία ασχολήθηκαν με παράνομες δραστηριότητες για να επιβιώσουν) κι έχουν αναλυθεί εκτενώς απ’ τους Ρώσους εγκληματολόγους. Αν σας ενδιαφέρει περισσότερο το θέμα, μπορείτε ν’ αναζητήσετε σχετικές εργασίες, στις οποίες εξηγείται και η perekovka, η προσπάθεια αναμόρφωσης των αποκλινόντων και πως οι ίδιοι αντέδρασαν σ’ αυτήν. Οι ποινικοί κρατούμενοι επίσης, ήθελαν οπωσδήποτε να ξεχωρίζουν απ’ τους πολιτικούς και τα τατουάζ ήταν ένας τρόπος.

Κι η πρακτική αυτή συνεχίστηκε για κάποιες δεκαετίες. Σήμερα πάντως, η τάση είναι να μην κάνουν πια τόσα τατουάζ οι κρατούμενοι αυτών των φυλακών, επειδή αντιλήφτηκαν τα μειονεκτήματα, επειδή έσπασε η ομοιογένεια κάποιων ομάδων με την εισροή νέων κρατουμένων, επειδή η επικοινωνία πλέον γίνεται με τα σύγχρονα μέσα, επειδή με τα χρήματα πια αγοράζονται όλα (ακόμα και η αυστηρή ιεραρχία που δηλωνόταν παλιά μέσω αυτών των απεικονίσεων) κι έτσι μειώθηκε η αξία τους ως αξιόπιστων σημαινόντων κ.α. Στην εργασία του Eero Wahlstedt, αναλύονται διεξοδικά οι λόγοι. 

Όσοι-ες ενδιαφέρεστε να μάθετε περισσότερα αξίζει να δείτε το ντοκιμαντέρ που ακολουθεί. Διάλεξα αυτό από άλλα παρόμοια κι εξίσου κατατοπιστικά, επειδή μιλούν οι ίδιοι οι έγκλειστοι σε όλη τη διάρκεια του (μεταξύ αυτών και κάποιες γυναίκες), ακούγονται τραγούδια της φυλακής, εξηγούν οι πιο ηλικιωμένοι κρατούμενοι γιατί παλιά έκαναν τατουάζ στο στήθος τους το Λένιν και τους άλλους ηγέτες τους, υπάρχει σ’ αυτό αρχειακό υλικό με τατουάζ προηγούμενων δεκαετιών, δείχνουν στη πράξη τους δρόμους, το πως δηλαδή επικοινωνούν μεταξύ τους (οι δρόμοι είναι διαδομένη συνήθεια επικοινωνίας αλλά και μεταφοράς μικροαντικειμένων στις φυλακές) κ.α. Το ντοκιμαντέρ είναι ρώσικο, αλλά υπάρχουν αγγλικοί υπότιτλοι. Θεωρώ πως δεν θα δυσκολευτείτε να καταλάβετε. Οι εικόνες μιλούν από μόνες τους.

Και βέβαια πρέπει να σας ενημερώσω πως όσα γνωρίζουμε για τα τατουάζ των Ρώσων εγκλείστων προηγούμενων δεκαετιών, αναφέρονται κυρίως στα βιβλία του Danzig Baldaev, για τα οποία θα γίνει λόγος στην επόμενη και τελευταία ανάρτηση.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

Δερματοστιξία, τσαμπουκάδες, τατουάζ: Συμβολισμοί και νοήματα στην υποκουλτούρα της φυλακής – Μέρος ΙΙ

.

*Συνέχεια από το Μέρος Ι που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον πάντως από σημειολογικής πλευράς, το γεγονός πως ενώ κάποτε το εκάστοτε σύστημα επέβαλλε στους εγκλείστους βασανιστήρια και τους στιγμάτιζε με σκοπό την αναγνώριση και την κοινωνικό εξοστρακισμό τους, με τα τατουάζ, τους τσαμπουκάδες, επιλέγουν οι ίδιοι να υποβάλλουν τον εαυτό τους σε μεγάλο σωματικό πόνο και παίρνουν το ρίσκο ν’ αναγνωριστούν και να καταχωρηθούν ως ‘αντικοινωνικά άτομα’. Πρόκειται για συνειδητή κι εθελοντική επιλογή.

«Αν και αποτελεί σύμβολο στίγματος δεν προσπαθούν να το κρύψουν» σημειώνει ο Erving Goffman στο βιβλίο του «Άσυλα«, για το τατουάζ. Kι είναι πράγματι έτσι. Οι έγκλειστοι προβάλλουν από μια χρονική στιγμή κι έπειτα (ίσως καταλάβουμε παρακάτω το πότε), το έγκλημα τους και αρχίζουν να καμαρώνουν γι’ αυτό, απεικονίζοντας το (σαν σύμβολο κύρους πλέον) στο ίδιο τους το σώμα . Επιλέγουν μάλιστα στην εποχή μας, σημεία που δεν κρύβονται με τα ρούχα κι έχουν τατουάζ στα μπράτσα, στο στήθος, στην πλάτη, στην κοιλιά, στους μηρούς, στους γλουτούς, αλλά και στο πέος, τη γλώσσα, τα βλέφαρα, το πρόσωπο.

«Το τατουάζ λειτουργεί ως συνεχής υπενθύμιση του ποιος είναι ή ήταν ο φορέας του«, υπογραμμίζει, όμως, ο Goffman. Τόσο για τον εαυτό του, όσο και για τους γύρω του. Είναι ένα είδος ‘βιογραφικού’, ένα ποινικό μητρώο, σε κοινή θέα. Πράγμα που σημαίνει πως αν αλλάξουν τα πράγματα κι ο πρώην έγκλειστος θέλει ν’ απομακρυνθεί απ’ τον κόσμο της παρανομίας, αντιμετωπίζει έχοντας τέτοια τατουάζ, μια επιπρόσθετη και σημαντική δυσκολία. Αλλά ακόμα κι αν έχει την ‘ευκαιρία’ να συνεχίσει την εγκληματική δράση του, με την συστηματική καταγραφή που γίνεται πια εκ μέρους των αστυνομικών, κινδυνεύει ανά πάσα στγμή ν’ αναγνωριστεί από ένα τέτοιο χαρακτηριστικό ‘στίγμα’.

Γι’ αυτό παλιότερα οι κρατούμενοι, έκαναν ο,τι μπορούσαν για να τα κρύψουν. Ο Ηλίας Πετρόπουλος, στο βιβλίο του «Της φυλακής«, γράφει χαρακτηριστικά: «Τσαμπουκάς παναπεί τατουάζ. Η λέξη τσαμπουκάς ανήκει στη γλώσσα του υποκόσμου μας και είναι πολυσύμαντη. Εδώ δεν ενδιαφέρουν οι άλλες σημασίες της λέξεως (…) Οι τσαμπουκάδες είναι ανεξίτηλοι. Αυτό και μόνο απαγορεύει στους φυλακισμένους να κάνουν τσαμπουκάδες στο πρόσωπο, ή σε άλλα εμφανή σημεία του σώματος. Κι αυτό είναι μία απ’ τις αιτίες που οι μάγκες (και σχεδόν όλοι οι μάγκες έχουνε τσαμπουκάδες), φοράνε μακρυμάνικα πουκάμισα και αποφεύγουν τα μπάνια στη θάλασσα».

.

τατουαζ
Σχέδια παλιών τατουάζ απ’ το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου «Της φυλακής»

.

Οι συνθήκες όμως άλλαξαν και πλέον τα τατουάζ γίνονται σε εμφανή μέρη του σώματος. Γιατί άραγε; Για ποιους λόγους, παρά τα μειονεκτήματα, το κόστος (ακόμα και στην υγεία τους), οι κρατούμενοι επιμένουν σ’ αυτή τη συνήθεια; Σκέφτονται άραγε τις μακροπρόθεσμες συνέπειες;

Στο απόσπασμα της προηγούμενης ανάρτησης, ο Καρκαβίτσας μέσα απ’ την περιγραφή του, μας δίνει μιαν προφανή  εξήγηση: για να δείξουν την παλληκαριά τους. Το κάνουν για να φανεί πως αντέχουν το σωματικό πόνο. Για τη μαγκιά, όπως περίπου γράφει ο Πετρόπουλος. Φυσικά αυτή δεν είναι η μόνη αιτία, ούτε και η εξήγηση τόσο απλή.

Τα τατουάζ γίνονται επίσης και για να σκοτώσουν την ώρα τους οι κρατούμενοι και για να αναπαραστήσουν πάνω τους κάτι που τους συνδέει με τον έξω κόσμο (εικόνες από αγαπημένα πρόσωπα, ρητά που εκφράζουν τις απόψεις τους για τη ζωή και την παρανομία, θρησκευτικά πιστεύω ακόμα-ακόμα κ.α.).

Ζώντας σε συνθήκες περιορισμού και απομόνωσης, έχουν ανάγκη από μια παρηγοριά, από ένα είδος σύνδεσης με την πραγματικότητα, υπενθύμισης τρόπον τινά της ιστορίας τους και φαίνεται πως τα τατουάζ καλύπτουν και τέτοιες ανάγκες.

Τα τατουάζ γίνονται όμως για να δείξουν οι έγκλειστοι και την αποστροφή τους προς την κοινωνία, να κάνουν σαφές πως δεν θεωρούν τους εαυτούς τους, μέρος της. Γεμίζοντας το σώμα τους τατουάζ, είναι σαν να δηλώνουν πως σε καμιά κοινωνική επανένταξη δεν προσβλέπουν, πως δεν τους ενδιαφέρει να ‘επιστρέψουν’ σε μια τέτοια κοινωνία αναμορφωμένοι. Απορρίπτουν, απαξιώνουν, αμφισβητούν λοιπόν μ’ αυτά, τόσο την κοινωνία όσο και τη φυλακή (που υποτίθεται σωφρονίζει). Είναι ένα είδος δήλωσης.  Σαν να λένε: «ξέρουμε πως το παιχνίδι είναι στημένο, ξέρουμε πως δεν υπάρχει επιστροφή». Κι όμως, όπως θα δούμε παρακάτω, μερικές φορές κάνουν τα πάντα για ν’ ‘αναιρέσουν’ αυτή τους τη δήλωση, κάνουν τα πάντα για να σβήσουν τα τατουάζ.

.

mafia-tattoos-01

.

Στην εργασία βέβαια, του Eero Wahlstedt, που θα σας πρότεινα να διαβάσετε ολόκληρη, αναφέρονται εκτός απ’ αυτούς τους λόγους που διαβάσατε ήδη κι άλλοι. Με τα τατουάζ κυρίως, οι κρατούμενοι προσπαθούν να πάρουν, υποστηρίζει (αφού έχει συμβουλεύτηκε με τη σειρά του μελέτες κι άλλων ειδικών), τον έλεγχο των σωμάτων τους. Έναν έλεγχο που έχουν χάσει, αφού όλες τους οι δραστηριότητες, οι κινήσεις, οι ενασχολήσεις, διέπονται από κανονισμούς, χωροταξικές ρυθμίσεις, ωράρια κι αυστηρό ημερήσιο πρόγραμμα. Η ατομικότητα εξεγείρεται στην επιβαλλόμενη ομοιομορφία.

Επειδή, μέσω της συνεχούς επιτήρησης και της απομόνωσης, σύμφωνα με τον Michel Foucault, η φυλακή επιβάλλει μια ανακωδίκωση της ύπαρξης Σ’ αυτή την ανακωδίκωση φαίνεται πως αντιδρούν λοιπόν. Ίσως η χρονική στιγμή που η φυλακή άλλαξε, να ήταν η αφορμή ή η αιτία, για ν’ αλλάξει και η χρήση των τατουάζ.

Έμμεσα βέβαια μ’ αυτά οι έγκλειστοι, εκφράζουν και την περιφρόνηση τους προς το σωφρονιστικό σύστημα, καθώς τέτοιες ‘δραστηριότητες’, απαγορεύονται στη φυλακή ενώ παράλληλα αποκομίζουν οφέλη δείχνοντας σκληροί στον εγκληματικό υπόκοσμο (αυξάνουν το κύρος τους). Για μένα τουλάχιστον, αυτή η εξήγηση συνολικά, έχει βάση, σε σχέση με άλλες που καταγράφει ο Wahlstedt. Εσείς, αν ασχοληθείτε περισσότερο με το θέμα, θα βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα.

Τελικά όμως, όποιοι κι αν είναι οι λόγοι, κάποια στιγμή οι κρατούμενοι, ο καθένας ξεχωριστά ή σε μικρές ομάδες,  αποφασίζουν να χτυπήσουν τατουάζ.  Πως το κάνουν άραγε; Με πολλούς τρόπους, που θα τους δούμε στη συνέχεια. Ο Ηλίας Πετρόπουλος πάντως, στο βιβλίο του που προανέφερα, καταθέτει τις δικές του πληροφορίες και εξηγεί περαιτέρω:

Οι τσαμπουκάδες της φυλακής γίνονται από ερασιτέχνες που δουλεύουν συνήθως χωρίς αμοιβή. Πάντως αυτός που θα υποστεί την τέχνη τους δεν παραλείπει να δόσει ένα μικρό φιλοδώρημα (μερικά πακέτα τσιγάρα). Ο τρόπος εκτέλεσης του τσαμπουκά είναι σχετικά απλός. Ο τεχνίτης, αρχικά σχεδιάζει τον επιθυμητό τσαμπουκά με μελανί μολύβι (κόπιας) επάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Ύστερα βρέχει το σημείο του σώματος, όπου θα κεντήσει τον τσαμπουκά, και κολλάει εκεί το χαρτί. Όπως είναι επόμενο, το μολύβι ποτίζει και τότε το σχέδιο φαίνεται έντονα. Μετά ο τεχνίτης παίρνει τη βελόνα κι αρχίζει το κέντημα ακολουθώντας τις γραμμές του σχεδίου. Προηγουμένως ο τεχνίτης αφαιρεί το βρεγμένο χαρτί. Με το κέντημα η επιδερμίδα σχεδόν σκάβεται και το αίμα τρέχει άφθονο. Ωστόσο η στάμπα διακρίνεται. Ο τεχνίτης μαζί με το τσίμπημα κάνει και τον χρωματικό τόνο του σχεδίου, αφού βουτάει συνεχώς τη βελόνα στο χρώμα. Στο τέλος, για σιγουριά κάνει και μιαν επάλειψη με χρώμα. Πάνω στην γρατζουνισμένη στάμπα. Σε λίγες μέρες η πληγή πιάνει κουκούδι. Όταν απολεπιστεί το κουκούδι ο τσαμπουκάς είναι έτοιμος. Ως τότε ο κατάδικος δεν επιτρέπεται να πλύνει το μέρος όπου έγινε ο τσαμπουκάς.


Εκτός από τη μέθοδο της βελόνας έχουμε και την μέθοδο της σφραγίδας. Πρόκειται για μιαν άψυχη τυποποιημένη τεχνική εκτελέσεως τατουάζ. Σύμφωνα με τη μέθοδο της σφραγίδας, ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μια μικρή-μικρή σανιδούλα όπου είναι μπηγμένες βελόνες που σφραγίζουν κάποιο σχέδιο (π.χ. Μια καρδιά). Η σχετική επέμβαση γίνεται με την πίεση της σφραγίδας πάνω στην επιδερμίδα. Επακολουθεί επάλειψη με χρώμα κτλ κτλ”.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

Δερματοστιξία, τσαμπουκάδες, τατουάζ: Συμβολισμοί και νοήματα στην υποκουλτούρα της φυλακής – Μέρος Ι

.

western-shaft-tomb-tattoo

.

Σε χώρους κλειστής διαβίωσης όπως οι φυλακές, αναπτύσσονται συμπεριφορές και παγιώνονται συνήθειες, που συγκροτούν τελικά την ιδιάζουσα κουλτούρα των ανθρώπων που τους απαρτίζουν και τους χαρακτηρίζουν.

Τέτοιο δείγμα αποτελούν οπωσδήποτε, τα τατουάζ, οι τσαμπουκάδες της φυλακής, που χτυπούν ή κεντούν όπως συνηθίζουμε να λέμε, οι κρατούμενοι σε όλα σχεδόν τα σημεία του κορμιού τους Πρόκειται για ένα είδος σήμανσης ταυτότητας, διαφορετικότητας,  μια πολιτιστική κωδικοποίηση ατόμων που θεωρούν πως εντάσσονται σε συγκεκριμένες ομάδες (π.χ. ποινικοί κρατούμενοι) και υπο-ομάδες (πχ. μέλη συμμοριών).

Στη δεύτερη περίπτωση τα τατουάζ, πέραν της δήλωσης πίστης στην υπό-ομάδα, αποτελούν σημαίνοντα προς τους έξω για την ένταξη του φέροντος σ’ αυτήν, αναπαριστούν συχνά το σύνολο της εγκληματικής του δραστηριότητας (είναι δηλαδή ένα είδος βιογραφικού), το βαθμό, τη θέση που έχει στην υπο-ομάδα κτλ.

Η δερματοστιξία, έχει τις ρίζες της στους πρωτόγονους λαούς και συναντάται στους περισσότερους πολιτισμούς (εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα ενδιαφέρον σχετικό άρθρο). Τα τατουάζ σ’ αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν ως μέσα προστασίας, ως τρόποι θεραπείας, ως μαγικά σύμβολα, ως ένδειξη ευγενικής-αριστοκρατικής καταγωγής κτλ.

Στην αρχαία Ελλάδα φαίνεται πως τα τατουάζ διαδόθηκαν απ’ την Περσία τον 6ο αιώνα, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος και οι Ρωμαίοι με τη σειρά τους τα υιοθέτησαν απ’ τους Έλληνες. Χρησιμοποιήθηκαν για να στιγματίζονται οι εγκληματίες και οι δούλοι, ώστε ακόμα κι αν διέφευγαν να μπορούσαν εύκολα να εντοπιστούν.

Σύμφωνα επίσης με το άρθρο του Archaeology, απ’ όπου άντλησα τις πληροφορίες αυτές, οι Αθηναίοι στιγμάτισαν τους ηττημένους Σαμιώτες με ένα τατουάζ κουκουβάγιας (το έμβλημα της θεάς Αθηνάς) κι οι Σαμιώτες με τη σειρά τους όταν νίκησαν ‘σημάδεψαν’ τους αιχμαλώτους τους με ένα Σαμιακό πολεμικό πλοίο (Σάμαινα).

Αλλά στη Θράκη, πάντα κατά τον Ηρόδοτο,  η δερματοστιξία είχε άλλο νόημα καθώς σηματοδοτούσε την ευγενική καταγωγή.

.

thracian-tattoos

.

Πολλοί αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι ιστορικοί, αναφέρονται στην τιμωρητική χρήση των τατουάζ. Στην αρχαία Ρώμη μάλιστα φαίνεται πως τέτοια ‘στίγματα’ έφεραν στρατιώτες και λεγεωνάριοι επίσης. Ο Καλιγούλας στιγμάτιζε και τους μονομάχους, για να είναι σαφές πως αποτελούν δημόσια περιουσία κτλ.

Ήταν διαδεδομένο μάλιστα, να στιγματίζονται τα πρόσωπα, όσων θεωρούνταν για κάποιο λόγο αποδιοπομπαίοι τράγοι, πράγμα που απαγόρεψε ο Μέγας Κωνσταντίνος το 325 μ. Χ.

Έτσι η δερματοστιξία περιορίστηκε στο σώμα, μέχρι το 787 μ.Χ. που ο Πάπας Αδριανός την απαγόρεψε γενικώς (κι όλοι οι διάδοχοι του επίσης, έκτοτε), με αποτέλεσμα τα τατουάζ σχεδόν να ‘εξαφανιστούν’  στο χριστιανικό κόσμο, μέχρι το 19ο αιώνα.

Συναντούνται όμως, στις φυλακές της Ευρώπης, στους εκεί έγκλειστους. Όπως αναφέρει ο Michel Foucault  στο βιβλίο του «Επιτήρηση και τιμωρία-Η γέννηση της φυλακής»:

“Χαραγμένα πάνω τους είναι τα εμβλήματά τους -είτε μια λαιμητόμος χαραγμένη στον αριστερό βραχίονα, είτε πάνω στο στήθος τους, ένα ξίφος που χώνεται βαθιά σε ματωμένη καρδιά…”

Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα δε, σε μια ποινική υπόθεση στην Γερμανία,  για πρώτη φορά γίνεται η ‘επίσημη’ σύνδεση των τατουάζ με την εγκληματολογική δραστηριότητα. Τίθεται τότε κατά τη διάρκεια της δίκης το ερώτημα αν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί (ως μέσο θετικής ταυτοποίησης), το συγκεκριμένο τατουάζ του φερόμενου εκείνη την εποχή ως δράστη, για να εξασφαλιστεί η καταδίκη του.

«Η υπόθεση«, όπως σχολιάζει ο Eero Wahlstedt στην ενδιαφέρουσα εργασία του που συμβουλεύτηκα, «ήταν λιγότερο σημαντική από τις συνέπειές της, καθώς οδήγησε σε μια ευρύτερη μελέτη και καταγραφή των τατουάζ με σκοπό τη διάκριση των «εργατικών τάξεων» απ’ τις «επικίνδυνες τάξεις«. Η υπόθεση είναι ότι αυτοί που έχουν τατουάζ ήταν πιο αντικοινωνικοί και επικίνδυνοι (Caplan,1997: 106-9)». 

Ο Ιταλός εγκληματολόγος Cesare Lobroso, με τη σειρά του πίστευε πως ήταν θέμα χαρακτήρα, προδιάθεσης. Δηλαδή πως o ίδιος καταναγκασμός που οδηγεί κάποιον να εκγληματίσει, τον οδηγεί και να στο σημαδεύει κατά τέτοιον τρόπο, το σώμα του.

Θα δούμε στη συνέχεια, κι άλλες σχετικές αναφορές, αλλά εντωμεταξύ ας ρίξουμε μια ματιά στο τι συνέβαινε στη χώρα μας. Η συνήθεια αυτή έφτασε και στην Ελλάδα λοιπόν κι έτσι κατά την επίσκεψη του στις φυλακές του Ναυπλίου (η σχετική ανάρτηση εδώ), στα τέλη του 1800, ο λογοτέχνης Ανδρέας Καρκαβίτσας, γίνεται μάρτυρας μιας τέτοιας σκηνής και την καταγράφει:

“Ο ένας ήταν γονατιστός κ’ είχε ολόγυμνο το κορμί εμπρός ‘; την πόρτα και οι άλλοι δύο εστέκοντο σκυμμένοι επάνω του. Εστοχάσθην ότι ήταν λαβωμένος και τον επεριπιούντο. Επλησίασα να ιδώ. Τι να ιδώ; Ανατρίχιασα όλος. Και οι δύο με ψιλά βελόνια εις τα χέρια τους εκέντουν το κορμί του γονατισμένου μέχρι αφαιμάξεως. Από τον σβέρκο, αμέσως κάτω από τα μαλλιά άρχιζε ένα ογκώδες κεφάλι φοβερού φιδιού, με ανοικτό στόμα και γλώσσα έξω βγαλμένη κατακόκκινη. Το φίδι κατέβαινε εις την ραχοκοκκαλιά, έπειτα έκλινε κάτ’ από τη ζερβιά μασχάλη, έβγαινε μπρος εις το στήθος και κατ’ από το δεξιό βυζί και την μασχάλην εγύριζε πάλι εις την ράχη. Φοβερό ήταν το σώμα του ερπετού, ολόπλουμο με χίλιες δυο φολίδες και μύρια χρώματα που ασπρογάλιαζαν επάνω εις το δέρμα σαν τ’ αληθινού φιδιού.

-Θα κάμετε πολύ ακόμη ερώτησα τον ένα.

-Θα το φτάσουμε κάτου ‘ς τη φτέρνα.

-Και δε σε πονεί; ερώτησα εκείνον

-Τσ’ μου έκαμε μ’ επώδυνον όμως έκφρασιν.

Η παλληκαριά του δεν άφινε να ομολογήση τους πόνους του. Η καρδιά του όμως ή καλλίτερα το τομάρι του το ήξερε”.

 

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

.

.

.