«Τα Τετράδια Ψυχιατρικής»: Αφιέρωμα «Λέρος 25 χρόνια μετά»

.

Τετράδια Ψυχιατρικής-Λέρος 25 χρόνια μετά α

.

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του περιοδικού “Tα Τετράδια Ψυχιατρικής” (Νο 5,6) με αφιέρωμα στα 25 χρόνια από το εγχείρημα της αποασυλοποίησης στη Λέρο και πολλά ακόμη ενδιαφέροντα θέματα, όπως άρθρα για τους Ανθρώπους που Ακούνε Φωνές και όχι μόνο.

.

Στο αφιέρωμα, συμπεριλαμβάνονται κάποιες εισηγήσεις από την ημερίδα που έκανε η “Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία” στις 13/2/2016 (εδώ οι λεπτομέρειες), πράγμα που σημαίνει πως σήμερα θα παρουσιάσω εδώ αποσπάσματα από τις ομιλίες ανθρώπων που πορευόμαστε μαζί χρόνια, ποικιλοτρόπως κι η επιλογή ήταν δύσκολη.

.

Η πρώτη εισήγηση είναι του συναδέλφου ψυχολόγου, Γιώργου Ευθυμίου κι αφορά την εμπειρία παρέμβασης της εθελοντικής ομάδας φοιτητών του τμήματος Ψυχολογίας του ΑΠΘ, τον Ιούλιο του 1999 κι του 2000 στο ΚΘ Λέρου.

.

Η δεύτερη είναι της ψυχολόγου Δέσποινας Κωστοπούλου κι έχει τίτλο: “Πρόσφυγες και τραύμα:Από τη βία του πολέμου στη βία του εγκλεισμού”. Ας μη ξεχνάμε πως “πρόσφυγες κατακλύζουν το νησί της εξορία και στοιβάζονται στους χώρους του ψυχιατρείου” πια, όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο.

.

Η τρίτη εισήγηση, “Η γλώσσα της αλλαγής”, είναι αυτή της ψυχολόγου Μαρίας Γιαννοπούλου και της στενής μου φίλης, κοινωνικής λειτουργού, Ρεβέκκας Θεοδωροπούλου κι απ’ αυτήν επέλεξα αρχικά το ακόλουθο απόσπασμα:

.

Ανατρέχοντας στα προσωπικά μας βιώματα ανακινήθηκαν μνήμες και εικόνες διττού περιεχομένου, σοκαριστικές αλλά και ανατρεπτικές. Εικόνες με δεκάδες κρεββάτια, κολλητά το ένα πάνω στο άλλο, χωρίς ίχνος οποιασδήποτε μορφής αξιοπρεπούς ιδιωτικού ή κοινόχρηστου χώρου. Με υποτυπώδεις τουαλέτες και μπάνια, όταν αυτά υπήρχαν. Ανθρώπους που δεν γνώριζαν να ντύνονται, αλλά κυκλοφορούσαν με κάτι υποτυπώδεις τσουβαλένιους σάκους γκρι χρώματος χωρίς παπούτσια. Ανθρώπους που έτρωγαν χωρίς μαχαιροπίρουνα, μόνο με τα χέρια. Γυμνά σώματα μέσα σε μια διάχυτη μυρωδιά ούρων και περιττωμάτων. Ανθρώπους με χαμόγελα στο κενό, σαπισμένα δόντια και ουλές… Στα πρόσωπά τους ο χρόνος σταματημένος…

.

Αυτές τις εικόνες αντίκρισαν τότε όσες-οι πήγαν εκεί. Κι αποφάσισαν ν’ αντιτάξουν ένα άλλο παράδειγμα:

.

Αντιπαραθέσαμε μια νέα υπόθεση για την ψυχική αρρώστια θεωρώντας τη σαν οδύνη και δυσφορία. Στόχος μας ν’ αποδώσουμε αξιοπρέπεια στη διαφορά των αρρώστων, ν’ αποδώσουμε δηλαδή δυνατότητες να εκφράσουν τα υποκείμενα την οδύνη που προκαλεί η αρρώστια, δίνοντας προσοχή στις αντιφάσεις που την συνθέτουν. Να δώσουμε χρόνο και χώρο να εκφραστεί μια παραγωγική αλληλεπίδραση και διαλεκτική συναλλαγή προς μια πλουσιότερη “υποκειμενοποίηση” του ανθρώπου. Να δοθεί η δυνατότητα στους βωβούς να μιλήσουν, στους αθέατους να γίνουν ορατοί”.

.

Το πως έγινε αυτό περιγράφεται τόσο στη συνέχεια του ίδιου άρθρου, όσο και στο επόμενο που είναι η εισήγηση της ψυχολόγου, Χρύσας Κραβαρίτη και μας μεταφέρει μια απ’ τις πολλές συγκινητικές ιστορίες που εκτυλίχτηκαν στη Λέρο. Τίτλος: “Από τη σιωπή του Ασύλου στη συνάντηση με την “καλή μεγάλη μουσική”.

.

Κι έπειτα ακολουθούν δύο κείμενα για τους Ανθρώπους που Ακούνε Φωνές, όπως σας εξήγησα στην αρχή. Το πρώτο υπογράφεται απ’ τις Μαρία-Ευαγγελία Δαϊλάκη και Ευγενία Γεωργάκα. Πρόκειται για μια “εργασία που παρουσιάζει τα ευρήματα μιας μελέτης που διερεύνησε το ξεκίνημα, τη λειτουργία και το μέλλον των ομάδων αυτοβοήθειας του ελληνικού «Δικτύου Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές» και το διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον μιας κι ως τώρα, κατά τη διάρκεια της πενταετούς λειτουργίας του, δεν είχε υπάρξει αντικείμενο επιστημονικής μελέτης.

Πρόθεση και προσωπική επιδίωξη των ερευνητριών” αναφέρεται στη “Συζήτηση” πως μεταξύ άλλων “είναι η παρούσα έρευνα να γνωστοποιήσει την προσπάθεια του ελληνικού Δικτύου και πιθανόν να εμπνεύσει ανθρώπους σε πόλεις όλης της Ελλάδας να συμμετέχουν στο Δίκτυο, ξεκινώντας νέες ομάδες”.

.

Στη συνέχεια μελέτησα το πολύ σημαντικό άρθρο “Γιατί να μιλήσει κανείς με τις προκλητικές φωνές;” των Dirk Corstens, Rufus May και Eleanor Longden, σε μετάφραση του ψυχίατρου Λυκούργου Καρατζαφέρη κι από εκεί ξεχώρισα αυτό το απόσπασμα απ’ την εισαγωγή:

.

Πολλοί άνθρωποι που ακούνε “δύσκολες” φωνές έχουν διαπιστώσει ότι το δύσκολο σημείο στην προσπάθειά τους να τα βγάλουν πέρα μαζί τους βρίσκεται στην ανεύρεση ποικίλλων τρόπων συνομιλίας μαζί τους και κατανόησης τους. Η διερεύνηση των κινήτρων των φωνών και η ανακάλυψη ποικίλλων τρόπων συσχέτισης μαζί τους βοηθάει στην αλλαγή της σχέσης ανάμεσα στις φωνές και τον άνθρωπο που τις ακούει. Τεχνικές προερχόμενες από διαφορετικές ψυχολογικές και ψυχοθεραπευτικές παραδόσεις, όπως η Ψυχολογία της Μορφής (Gestalt), o Διάλογος με τις Φωνές (Voice Dialogue), η Συνδιαλεκτική Ανάλυση (Transactional Analysis) και το Ψυχόδραμα, χρησιμοποιούν καρέκλες προκειμένου να εκδραματίσουν διάφορους ρόλους και σχέσεις, έτσι ώστε οι άνθρωποι να βοηθηθούν στην επίλυση συγκρούσεων και να ανακτήσουν τη δύναμη τους”.

.

Πως επιτυγχάνεται αυτό; Δουλεύοντας ως εξής: “Στην πρακτική του “Διαλόγου με τις Φωνές”, ο συνεντευκτής , ο οποίος δεν αποκαλείται “θεραπευτής” αλλά “διευκολυντής”, βοηθάει στη διερεύνηση αυτών των διαφορετικών εαυτών θέτοντάς τους, στον ένα μετά τον άλλον, απλές ερωτήσεις. Ο διευκολυντής ζητάει από το άτομο να επικεντρωθεί σε έναν εαυτό του (για παράδειγμα στον “προσανατολισμένο στο να αρέσει”, στο “εσωτερικό παιδί”, στον “ηγέτη” κ.ο.κ.) και να μπει στη θέση αυτού του συγκεκριμένου εαυτού με το να καθίσει σε μια διαφορετική θέση στο δωμάτιο. Πρόκειται για μια φυσική ένδειξη ότι μιλά κανείς για ένα διαφορετικό τμήμα του εαυτού του”.

.

Διαβάζοντας το τεύχος θα μάθετε περισσότερα, αλλά εγώ θα σταθώ, πριν κλείσω αυτή την παρουσίαση σε τρία ακόμη άρθρα. Το πρώτο του Michael Smith σε μετάφραση του κοινωνικού ανθρωπολόγου Νίκου Λάιου, είναι απ’ το περιοδικό “Science for the People”, για το οποίο έκανα ήδη λόγο εδώ κι έχει τίτλο: “Κοινωνιοβιολογία: Εργαλείο Κοινωνικής Καταπίεσης». Πριν πολλά χρόνια είχα διαβάσει το βιβλίο του Κόνραντ Λόρεντς γι’ αυτή την επιστήμη κι έτσι είχα και προσωπικό ενδιαφέρον να δω τι αποφαίνονται γι’ αυτό το θέμα οι συντάκτες του περιοδικού. Για να το δούμε μαζί:

.

Τέτοιες θεωρίες χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται για την καταπίεση των εργαζομένων ανθρώπων και μειονοτικών ομάδων, και για τη διάδοση μιας ιδεολογίας που κατηγορεί το θύμα των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων για τα προβλήματα της κοινωνίας (…) Ο λόγος επιβίωσης αυτών των διαρκώς επανεμφανιζόμενων ντετερμινιστικών θεωριών είναι ότι σταθερά τείνουν να παρέχουν μια γενετική αιτιολόγηση της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων και των υφιστάμενων προνομίων ορισμένων ομάδων σύμφωνα με την κοινωνική τάξη, τη φυλή, το φύλο. Ιστορικά, ισχυρές χώρες ή κυρίαρχες ομάδες στο εσωτερικό τους έχουν αντλήσει υποστήριξη για τη συντήρηση ή διερεύνηση της ισχύος τους από αυτή την παραγωγή της επιστημονικής κοινότητας (…) Αυτές οι θεωρίες παρείχαν σημαντικό υπόβαθρο στην ψήφιση των νόμων στείρωσης και των νόμων περιορισμού της μετανάστευσης στις ΗΠΑ μεταξύ 1910 και 1930, καθώς επίσης και στις πολιτικές ευγονικής που οδήγησαν στη δημιουργία των θαλάμων αερίων στη Ναζιστική Γερμανία”.

.

Γι’ αυτό είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τι πρεσβεύει η Κοινωνιοβιολογία, όσο και άλλες επιστήμες ή ψευδοεπιστήμες.

.

Το δεύτερο άρθρο που προσωπικά ξεχώρισα, είναι αυτό του κοινωνιολόγου-εγκληματολόγου Παναγιώτη Τριανταφύλλου με τίτλο: “Πρόληψη της παραβατικότητας ανηλίκων: Έγκαιρη ψυχοκοινωνική παρέμβαση και εναλλακτικές της ποινικής διαχείρισης πρακτικές». Έχοντας δουλέψει εθελοντικά στη Θεσσαλονίκη με παιδιά και εφήβους που η συμπεριφορά τους είχε χαρακτηριστεί παραβατική και κάποιοι απ’ αυτούς είχαν φυλακιστεί, καταλαβαίνετε πως είχα σημαντικό λόγο για να εστιάσω σε ορισμένα σημεία. Για παράδειγμα στην πρόταση για μια «θεσμική πρακτική σύστασης ενός συμφώνου συνεργασίας μεταξύ των Προγραμμάτων Εναλλακτικών της Φυλάκισης για Παραβάτες Χρήστες Παράνομων Ουσιών και των Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας».

.

Το τρίτο κείμενο με το οποίο κλείνει αυτή η παρουσίαση είναι της ψυχολόγου ΑΘηνάς Ασημοπούλου-Μαρίνου και τιτλοφορείται: «Οι άστεγοι ψυχικά ασθενείς την περίοδο της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα». Εκεί αναφέρεται μεταξύ άλλων πως μεγάλος αριθμός αστέγων ψυχικά ασθενών στη χώρα μας είναι μετανάστες, αιτούντες άσυλο και προτείνονται συγκεκριμένες λύσεις ώστε αυτοί οι άνθρωποι να μην υφίστανται κοινωνικό αποκλεισμό. Όπως έχω ξαναγράψει, εσείς μπορείτε να βρείτε άλλα κείμενα που να σας τραβήξουν την προσοχή.

.

Τέλος, ν’ αναφέρω, πως όσες και όσοι επιθυμείτε να αγοράζετε «Τα Τετράδια Ψυχιατρικής», μπορείτε να βρείτε τα τεύχη σε κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας (εγώ τα βρίσκω στη «Λοκομοτίβα»)  ή να επικοινωνήσετε με τις εκδόσεις «Βήτα», ώστε να σας αποσταλούν με πιο φθηνά μεταφορικά έξοδα. Αν ενδιαφέρεστε να γίνετε και συνδρομητές του σπουδαίου αυτού περιοδικού απευθυνθείτε στο email: tetradiapsy@gmail.com.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: «Ζώντας με φωνές – 50 Ιστορίες Ανάρρωσης»

.

100_1478.jpg

.

Όταν σας παρουσίασα πρόσφατα το πρώτο μέρος του αφιερώματος που έκανε το σπουδαίο περιοδικό «Τα Τετράδια Ψυχιατρικής» στο Κίνημα των Ανθρώπων που Ακούν Φωνές σ’ αυτή την ανάρτηση, σας είχα προϊδεάσει πως σύντομα θα σας παρουσιάσω ένα σχετικό βιβλίο και σας είχα εξηγήσει πως για το λόγο αυτό σκοπίμως άφηνα εκτός συγκεκριμένες πληροφορίες.

Σήμερα ήρθε η στιγμή να πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου και να σας παρουσιάσω το εν λόγω συλλογικό έργο που τιτλοφορείται: «Ζώντας με φωνές – 50 Ιστορίες Ανάρρωσης» και το υπογράφουν οι: Prof. Marius Romme, Dr. Sandra Escher, Jacqui Dillon, Dr. Dirk Corstens και Prof. Mervyn Morris.

Στο βιβλίο βέβαια βρήκα κι άλλα γνωστά ονόματα προσώπων για τα οποία ήδη έχουν γίνει εδώ αναφορές παλιότερα όπως για παράδειγμα ο Ron Coleman, αλλά και τα ονόματα όσων έχουν έρθει κι έχουν μιλήσει στη χώρα μας για τις εμπειρίες τους με τις φωνές όπως ο Peter Bullimore.

Τόσο τις δικές τους ιστορίες όσο και των άλλων ανθρώπων που ανάρρωσαν τις διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον κι αυτό που είδα ως κοινό στοιχείο σε όλες τους ήταν η παταγώδης αποτυχία της κυρίαρχης ψυχιατρικής ν’ αντιμετωπίσει καταστάσεις όπως το ν’ ακούει κάποια-ος φωνές.

Γιατί δεν γράφω ακουστικές ψευδαισθήσεις; Γιατί μ’ αυτόν τον επιστημονικοφανή όρο ακυρώνεται το βίωμα ως ψευδές και γιατί συνήθως με τέτοια «συμπτώματα» παρόντα δίνεται μ’ ευκολία θα έλεγα η διάγνωση της σχιζοφρένειας.

Κι όμως, όπως αναφέρεται στο βιβλίο και σαφώς γνωρίζουμε καλά όσες-οι έχουμε κάνει σχετικές σπουδές, οι φωνές αναφέρονται και σε άλλες κλινικές εικόνες όπως για παράδειγμα η αποσυνδετική διαταραχή, η μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας αλλά και η κατάθλιψη με ψυχωτικά στοιχεία.

Δεν είναι λοιπόν παρούσες οι φωνές μόνο στην κλινική εικόνα της σχιζοφρένειας κι επιπλέον δεν είναι πάντα αξιόπιστος δείκτης πως το άτομο πάσχει: «Έρευνες από τη δεκαετία του 1990 έχουν δείξει ότι η εμπειρία των φωνών, και πιο συγκεκριμένα εκείνων που πληρούν τα κριτήρια της ψυχιατρικής για τις ακουστικές ψευδαισθήσεις, εμφανίζονται στον Δυτικό κόσμο σ’ ένα ποσοστό περίπου 4% του γενικού πληθυσμού, εκ των οποίων οι περισσότεροι δεν παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα κάποιας ασθένειας. Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι περίπου το ένα τρίτο του 4% έχει πράγματι ανάγκη φροντίδας, αλλά τα υπόλοιπα δύο τρίτα δεν έχουν τέτοια ανάγκη, επειδή, για παράδειγμα, δεν φαίνονται να ενοχλούνται ή να νιώθουν άρρωστα. Αντίθετα αυτή η ομάδα βιώνει τις φωνές κυρίως ως βοηθητικές, ως οδηγό ζωής για καθημερινά προβλήματα ή για προβλήματα υπαρξιακού χαρακτήρα» (σελ. 37).

Προσέξατε κάτι στην προηγούμενη παράγραφο; Έγινε λόγος για τον Δυτικό κόσμο κι αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο. Μελέτες απ’ το χώρο της Εθνοψυχιατρικής έχουν δείξει πως το βίωμα του ν’ ακούει κάποια-ος φωνές αξιολογείται διαφορετικά καθώς είναι πολιτισμικά καθορισμένο. Εκτός της Δύσης, αφενός θεωρείται κοινή εμπειρία κι αφετέρου παίρνει θετικό πρόσημο.

Όταν διαβάσετε την ιστορία του Odi Oquosa που αναφέρεται στο βιβλίο θα καταλάβετε περισσότερα αλλά ως τότε αξίζει να σας αναφέρω ενδεικτικά και την έρευνα της Tanya M. Luhrmann του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, που έδειξε πως στην Άκρα της Γκάνας οι μισοί και παραπάνω απ’ τους είκοσι συμμετέχοντες θεωρούν τις φωνές καλές και χρήσιμες. Παρόμοια ήταν τα αποτελέσματα και στο Τσενάι της Ινδίας: τουλάχιστον οχτώ άτομα από αυτή την ομάδα χαρακτήρισαν θετική εμπειρία τις φωνές, αφού εκτός όλων των άλλων, τους προτρέπουν να μην καπνίζουν, να μην πίνουν, να τρώνε σπιτικό φαγητό και να είναι καθαροί.

Εκτός αυτού, υπάρχουν βέβαια και γνωστά σε όλους μας ιστορικά πρόσωπα που άκουγαν φωνές όπως αναφέρεται στην ιστορική αναδρομή που επιχειρεί ο Prof. Marius Romme, όπως ο Σωκράτης, ο Ιησούς, ο Μωάμεθ, η Ζαν ντ’ Αρκ, ο Γκάντι, ο Ρίλκε, ο Σούμαν κ.α. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η νοηματοδότηση των φωνών ήταν διαφορετική και βεβαίως δεν τους εμπόδιζε απ’ το να συνεχίσουν ο καθένας το έργο του.

Προφανώς το συγκεκριμένο βιβλίο στοχεύει να βοηθήσει ανθρώπους που βιώνουν τις φωνές τους, αντιθέτως απ’ τους παραπάνω όχι ως βοηθητικές και θετικές, αλλά ως αρνητικές. Ανθρώπους που τους αποδιοργανώνει αυτή η εμπειρία και τους δυσκολεύει στο ν’ ανταπεξέλθουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις, είτε έχουν πάρει είτε όχι τη διάγνωση της σχιζοφρένειας. Αλλά έγινε πολύς λόγος γι’ αυτή τη διάγνωση ήδη επειδή πραγματικά θεωρείται ένα είδος ταφόπλακας για τη ζωή κάποιου κι αυτή η αντίληψη είναι που πρέπει ν’ αλλάξει.

Ανήκω κι εγώ στη γενιά που εκπαιδεύτηκε με την αντίληψη πως δεν πρέπει να μιλούν οι πάσχοντες για τις φωνές τους, πως δεν πρέπει να συζητάμε μαζί τους γι’ αυτές γιατί έτσι «μπαίνουμε στην τρέλα τους» κι επιπλέον «τους κάνουμε κακό» αφού δεν είναι πραγματικές κι ας έβλεπα όπως και τόσοι άλλοι συνάδελφοι πως έβγαινε νόημα απ’ ότι έλεγαν αυτές οι φωνές. Πως συνδέονταν με την ιστορία του ανθρώπου που τις άκουγε. Χαίρομαι λοιπόν διπλά που βλέπω ν’ αλλάζει αυτή η αντίληψη μιας και πάντα είχε μέσα μου την αμφιβολία γι’ αυτό το θέσφατο.

Σήμερα πια γνωρίζουμε ότι «στο 70% των ‘ασθενών’ (των ανθρώπων που δυσκολεύονται να διαχειριστούν τις φωνές τους) οι φωνές σχετίζονται με τραύμα και καταστάσεις βιωμένης αβοηθητότητας.Στις τραυματικές καταστάσεις περιλαμβάνονται η σεξουαλική και σωματική κακοποίηση, η συναισθηματική παραμέληση, η παιδική βία και ο εκφοβισμός (bullying), τα υψηλά επίπεδα στρες (stress) και γενικά καταστάσεις που προκαλούν ανασφάλεια στην ευαίσθητη παιδική ηλικία» (σελ.38).

Το βιβλίο λοιπόν εστιάζει στο πως μπορούν τα άτομα με τέτοιες εμπειρίες που ακούν φωνές, να τις διαχειριστούν, όταν το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα, θα το ξαναγράψω, αποτυγχάνει σ’ αυτό παταγωδώς. Και πως αποδεικνύεται αυτή του η αποτυχία; Απ’ τα λόγια των ίδιων των ανθρώπων που ζήτησαν βοήθεια κι αντ’ αυτής έλαβαν φαρμακευτική αγωγή και παροτρύνθηκαν ν’ αποδεχτούν το ανίατο της κατάστασής τους. Για να διαβάσουμε μαζί τι έχουν γράψει μερικές-οι απ’ αυτούς, όπως η Jacqui Dillon:

«Μου είπαν πως είχα μια αρρώστια: ήμουν ψυχασθενής. Περίμεναν να γίνω ο παθητικός δέκτης της θεραπείας αυτής της διαταραχής και η φαρμακευτική αγωγή ήταν η μόνη επιλογή που υπήρχε για μένα. Μου είπαν τι να κάνω λέγοντάς μου αντικρουόμενα πράγματα -πως ο μόνος τρόπος για να γίνω καλύτερα ήταν να πάρω φάρμακα αλλά, ουσιαστικά, ούτως ή άλλως δεν θα γινόμουν ποτέ πραγματικά καλά. Κανένας ποτέ δεν με ρώτησε τι πίστευα πως θα βοηθούσε, καθώς ένιωθα πως τα είχα καταφέρει θαυμάσια μέχρι τότε. Αυτό που βίωνα δεν θεωρήθηκε ποτέ πως ήταν μια φυσική και ανθρώπινη αντίδραση σε πράγματα που είχαν συμβεί στη ζωή μου. Το γεγονός ότι άκουγα τις φωνές μου ήταν η απόδειξη της ασθένειάς μου, και το να θέλω να τις κρατήσω με σκοπό να καταλάβω περισσότερα για τον εαυτό μου θεωρήθηκε πως έδειχνε αντίσταση στην θεραπεία» (σελ. 208).

Και η Eleanor Longden (μπορείτε να την δείτε κι εδώ να μιλάει) μας δίνει τη δική της μαρτυρία:

«Η ψυχίατρος εξίσωσε το άκουσμα των φωνών με την τρέλα και μου έδωσε τη διάγνωση της σχιζοφρένειας. Μ’ αυτό εγώ έλαβα το μήνυμα πως ήμουν το παθητικό θύμα της παθολογίας. Δεν μ’ ενθάρρυνε να κάνω τίποτα που θα με βοηθήσει ενεργά. Θεραπεία σήμαινε φαρμακευτική θεραπεία. Ήταν απίστευτα αποκαρδιωτικό. Όλα υπονόμευαν την αυτό-εικόνα μου, ενισχύοντας όλες τις αμφιβολίες που είχα για τον εαυτό μου. Η καταστροφική επίπτωση βοήθησε ακριβώς στο να κάνει τις φωνές πιο δυνατές και πιο επιθετικές, γιατί άρχισα να τις φοβάμαι περισσότερο (…) Όλα αυτά συνέβησαν σε απίστευτα μικρό χρονικό διάστημα. Μπήκα σ’ αυτό το νοσοκομείο ως ταραγμένη, συγκεχυμένη, δυστυχισμένη 18χρονη και βγήκα σχιζοφρενής και ήμουν και καλή. Έφτασα στο να ενσαρκώνω το πως δείχνει και τι αίσθηση δίνει η ψύχωση» (σελ. 163-4).

Απ’ τα τραγικότερα πράγματα που διάβασα ήταν αυτό το απόσπασμα. Γιατί δείχνει πόσο άχρηστοι κι επικίνδυνοι επιπλέον μπορούν να φανούν αυτοί που θεωρούνται ειδικοί όταν ένα άτομο που πάσχει προσφεύγει σ’ αυτούς ως χρήστρια-ης υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Και λυπάμαι αφάνταστα γιατί εκεί έξω υπάρχουν ακόμη άτομα που σπούδασαν ψυχολογία και ψυχιατρική και σταθερά ψέγουν κι απαξιώνουν όσες κι όσους προβάλλουν κι άλλες λύσεις πέρα απ’ το μονόδρομο των ψυχοφαρμάκων. Και δεν βλέπουν πόσο ανήθικο είναι ν’ αποκρύπτεις τέτοιες πληροφορίες, ούτε καταλαβαίνουν πως δεν κάνουμε όλοι την ίδια «δουλειά», ακόμα κι αν είμαστε τύποις στον ίδιο επιστημονικό ας πούμε χώρο. Ίσως σήμερα τους γίνει πιο σαφές. Για να πάμε σε δύο ακόμη μαρτυρίες και πρώτα σ’ αυτήν της Antje Muller:

«Κανένας δεν με ρώτησε ποτέ τίποτα γι’ αυτές, παρ’ όλο που οι φωνές ήταν εκείνες που μου είχαν κάνει τη ζωή αβίωτη. Δηλαδή όλες οι συζητήσεις που είχα κάνει στο νοσοκομείο ήταν για πολλά πράγματα αλλά, κατά κάποιον τρόπο, δεν είχαν σχέση μ’ εμένα. Ήταν για πράγματα γύρω από μένα και γύρω από διάφορα θέματα που σχετίζονταν μ’ εμένα, αλλά όχι πραγματικά για μένα» (σελ.136)

Και της Audrey Reid:

«Μέσα σε μια βδομάδα είχα δύο συναντήσεις και ενώ την Τρίτη μου είπαν ότι έχω μανιοκατάθλιψη, την Πέμπτη μου είπαν ότι ήταν σχιζοφρένεια. Τι να τα κάνεις αυτά; Είναι τελείως αλλόκοτα λόγια που δεν σημαίνουν τίποτα. Πως μαθαίνεις να τ’ αντιμετωπίζεις ή τι να κάνεις μ’ αυτό; Δεν μπορώ ούτε να συλλαβίσω τη λέξη σχιζοφρένεια. Τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνεις με όλες αυτές τις αλλόκοτες διαγνώσεις; Και όλα όσα σου προσφέρουν είναι μόνο φάρμακα» (σελ.140-1).

Αμφιβάλλει κανείς πλέον πως το σύστημα αποτυγχάνει ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες αυτών των ανθρώπων; Και φυσικά όταν αναφέρομαι στο σύστημα, δεν εννοώ μόνο το ψυχιατρικό. Δεν είναι μόνο θέμα ορισμένων «συναδέλφων» το ότι αντι-επιστημονικά και αντι-δεοντολογικά δρουν διαχειριζόμενοι έτσι την ‘τρέλα’. Θα έπρεπε να είναι όλων μας. Το είχα εντάξει και στο παρελθόν σε ανάρτηση αυτό που τονίζει με κάθε ευκαιρία ο Ron Coleman, αλλά έχει νόημα να το θυμηθούμε πάλι, ακριβώς σ’ αυτό το σημείο: «Στην κουλτούρα των Αβορίγινων», λοιπόν «όταν κάποιος τρελαίνεται, όλη η φυλή συγκεντρώνεται να συζητήσει τι έκανε η φυλή και προκάλεσε την τρέλα του ατόμου. Μπορείς να το φανταστείς αυτό στην κουλτούρα μας; Νομίζω πως όχι» (σελ.301).

Δυστυχώς θα έλεγα, όχι. Κατηγορηματικά όχι, γιατί στην κουλτούρα μας κοιτάμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Δεν συνδέσουμε το ατομικό με το συλλογικό και το πολιτικό όπως θα έπρεπε. Κι αν κάποιος παίρνει τη διάγνωση της κατάθλιψης για παράδειγμα μετά από μακροχρόνια ανεργία, δεν σκεφτόμαστε πως αυτές οι ακραίες οικονομικές συνθήκες που οδηγούν στην φτωχοποίηση και την επακόλουθη συναισθηματική κατάρρευση είναι που πρέπει να’ αλλάξουν, αλλά του χορηγούνται αφειδώς και «γενναιόδωρα» ψυχοφάρμακα. Το σύστημα έχει κάνει τη «δουλειά» του κι έχει τελειώσει μαζί του. Όπως και με πολλές άλλες «περιπτώσεις».

Αν κάτι μ’ αρέσει λοιπόν σ’ αυτό το βιβλίο είναι πως το υπογράφουν άνθρωποι με διαφορετικές αντιλήψεις απ’ τις επικρατούσες στην κυρίαρχη ψυχιατρική. Άνθρωποι που συνδέουν το ατομικό με το συλλογικό, μιας και στις απανταχού ομάδες των «Hearing Voices» (εδώ κι εδώ πληροφορίες για τις ελληνικές ομάδες) βοηθήθηκαν όσες-οι κατέθεσαν την εμπειρία τους. Άνθρωποι που καταλαβαίνουν πως οι πολιτικές επιλογές πρέπει ν’ αλλάξουν.

Τη σύνδεση με όλα αυτά θεωρώ πως την τονίζουν τα λόγια μιας πρώην χρήστριας υπηρεσιών ψυχικής υγείας και νυν ψυχολόγου, της Helen: «Αυτή η προπαγάνδα άγνοιας (ενν: γύρω απ’ το βίωμα των φωνών) μπόρεσε ν’ ανθίσει λόγω της έλλειψης ηθικών αρχών (π.χ. τέθηκε το κέρδος πάνω από τον άνθρωπο), διεφθαρμένων οικονομικών, πολιτικών και επιστημονικών συμφερόντων και λόγω έλλειψης διαλόγου με τους Ειδικούς μέσω Εμπειρίας. Οι υπάρχοντες τρόποι εργασίας είναι αντιδεοντολογικοί, στηρίζονται στον στιγματισμό, στην προκατάληψη και στην άγνοια κι είναι άκρως επιβλαβείς σε πολλούς Επιζήσαντες του τραύματος και της κακοποίησης που γίνονται ασθενείς στο σύστημα» (σελ. 204).

Και σ’ αυτό θέλω να σταθούμε, λίγο πριν το τέλος. Αν κάποιος έχει το δικαίωμα να διαχειριστεί την ‘τρέλα’ του και να γνωρίζει γι’ αυτήν, είναι όποια-ος πάσχει. Φυσικά και είναι απαραίτητο και ζητούμενο να είμαστε κοντά του αν μας χρειάζεται κι εμείς οι ‘ειδικοί’, αλλά να μην ξεχνάμε αυτό που υπογραμμίζει ο Ron Coleman:

«Το κλειδί για την ανάρρωση είναι η κυριότητα, η ανάληψη της ευθύνης και της κυριότητας των εμπειριών μας. Οι γιατροί δεν μπορούν να έχουν την κυριότητα των εμπειριών μας. Οι ψυχολόγοι δεν μπορούν να έχουν την κυριότητα των εμπειριών μας. Ομοίως δεν μπορούν ούτε οι νοσηλευτές, οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι εθελοντές, οι εργοθεραπευτές, οι ψυχοθεραπευτές, οι φροντιστές και οι φίλοι. Ακόμα και οι εραστές και οι ερωμένες μας δεν μπορούν να έχουν την κυριότητα. Πρέπει να την έχουμε εμείς. Μόνο μέσα από την κυριότητα της τρέλας μας μπορούμε ν’ αναρρώσουμε από την τρέλα. Το ταξίδι μέσα από την τρέλα είναι ουσιαστικά ένα ατομικό ταξίδι. Μπορούμε να μοιραστούμε με άλλους μόνο ένα μέρος από το ταξίδι μας. Το μεγαλύτερο μέρος είναι δικό μας και μοναχικό» (σελ. 302).

Για όσες κι όσους λοιπόν το ταξίδι είναι δύσκολο και χρειάζονται βοήθεια για να διαχειριστούν τις φωνές τους, αλλά και για όσες-ους θέλουν ν’ αποδειχτούν χρήσιμοι συν-ταξιδιώτες, δηλαδή τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ενδείκνυται αυτό το βιβλίο. Αναλύει πως μπορεί όποια-ος έχει τέτοιες εμπειρίες να κατανοήσει τι εκφράζουν οι φωνές, να τις αποδεχτεί, ν’ αλλάξει τη σχέση της-του μαζί τους αν δεν γίνεται να τις εξαλείψει και ν’ αποκτήσει εντέλει έλεγχο της ζωής της-του. Είναι ένα βιβλίο που μεταγγίζει ελπίδα κι είμαι βέβαιη πως θ’ αποδειχτεί βοηθητικό για όσες-ους το επιλέξουν. Κυκλοφορεί στα ελληνικά απ’ τις εκδόσεις «Νησίδες» και την μετάφρασή του έχουν κάνει ο Στέφανος Βασάκος κι ο Λυκούργος Καρατζαφέρης.-

.

.

.

Τέσσερις συγκλονιστικές ομιλίες για την Σχιζοφρένεια και την Κατάθλιψη

.

update: 29/1/2014

Προσωπικά ξεχώρισα πολλά σημεία. Αλλά σκέφτηκα τελικά να μην τα παραθέσω εδώ, σαν αποσπάσματα. Επειδή, αξίζει να δείτε ολόκληρες τις ομιλίες. Δεν διαρκούν άλλωστε πολύ.

.

Φαινομενικά, η Έλεανορ Λόνγκντεν ήταν σαν όλους τους άλλους φοιτητές. Πήγαινε στη σχολή της με αυτοπεποίθηση και ανεμελιά. Ώσπου, οι φωνές στο κεφάλι της άρχισαν να μιλάνε. Αρχικά άκακοι, αυτοί οι εσωτερικοί αφηγητές έγιναν έντονα ανταγωνιστικοί κι αυταρχικοί και μετέτρεψαν τη ζωή της σε ζωντανό εφιάλτη. Διαγνώστηκε με σχιζοφρένια, της δόθηκε φαρμακευτική αγωγή και τελικά τέθηκε στο περιθώριο από ένα σύστημα που δεν ήξερε πώς να τη βοηθήσει. Η Έλεανορ αφηγείται τη συγκινητική ιστορία της μακρόχρονης περιπέτειάς της και υποστηρίζει ότι κατάφερε να επαναφέρει την ψυχική της υγεία, όταν έμαθε να ακούει και να καταλαβαίνει τις φωνές της.

.

.

«Πειράζει να διαλύσω το γραφείο σου;» Είναι μια ερώτηση που έκανε κάποτε η Έλιν Σακς στον γιατρό της, και δεν ήταν αστείο. Καθηγήτρια Νομικής, η Σακς το 2007 είπε ανοιχτά τη δική της ιστορίας σχιζοφρένειας, ελεγχόμενη από φάρμακα και θεραπεία αλλά πάντα παρούσα. Σε αυτή την καθηλωτική ομιλία, μας ζητάει να αντιμετωπίσουμε τους ανθρώπους με ψυχασθένειες ξεκάθαρα, ειλικρινά και συμπονετικά.

.

.

«Το αντίθετο της κατάθλιψης δεν είναι η ευτυχία, αλλά η ζωτικότητα, και αυτή ακριβώς ήταν που ένιωθα να με εγκαταλείπει εκείνη τη στιγμή». Σε μια ομιλία εύγλωττη όσο και συγκλονιστική, ο συγγραφέας Άντριου Σόλομον μας μεταφέρει στις σκοτεινές πτυχές του μυαλού του την περίοδο που μαχόταν την κατάθλιψη. Αυτό τον οδήγησε σε ένα αποκαλυπτικό ταξίδι ανά τον κόσμο, όπου, παίρνοντας συνεντεύξεις από άλλους με κατάθλιψη, συνειδητοποίησε με έκπληξη πως όσο περισσότερο μιλούσε στους ανθρώπους, τόσο περισσότερο εκείνοι ήθελαν να μοιραστούν τις ιστορίες τους.

.

.

.

Ο Κέβιν Μπριλ δεν έμοιαζε με καταθλιπτικό παιδί: αρχηγός στην ομάδα του σχολείου, παρών σε κάθε πάρτι, αστείος, με αυτοπεποίθηση. Ωστόσο μας περιγράφει την νύχτα που συνειδητοποίησε ότι – για να σώσει την ίδια του την ζωή – χρειαζόταν να πει τρεις απλές λέξεις.

.

.

.

.