Τα νέα στοιχεία για το πείραμα του Ρόζενχαν σχετικά με την αξιοπιστία των ψυχιατρικών διαγνώσεων – Μέρος II

David Rosenhan

Θα δούμε λοιπόν μαζί τώρα, τη συνέχεια αυτής της ιστορίας. Κι αν δεν διαβάσατε το πρώτο μέρος θα βρείτε εδώ την ανάρτηση. Είχαμε μείνει στο σημείο όπου η συγγραφέας, Susannah Cahalan, ανακάλυψε ότι τα δεδομένα, οι εντυπώσεις κάποιου απ’ τους 8 συμμετέχοντες στο πείραμα, δεν συμπεριελήφθησαν στην επιστημονική ανακοίνωση όταν δημοσιεύτηκαν τα πορίσματα, επειδή είχε θετική άποψη για το ψυχιατρείο (ένιωσε ότι του άρεσε εκεί, ότι βρήκε ένα «υποστηρικτικό περιβάλλον», καθώς τότε αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα).

Δεν ήταν αυτή η μόνη παρατυπία όμως. Ο δεύτερος εθελοντής, απ’ τον οποίο πήρε συνέντευξη η Cahalan, της είπε ότι πέρασε 8 ημέρες σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο, όμως μόνο οι 2 μέρες που νοσηλεύτηκε στο τμήμα οξέων ήταν δύσκολες – και όχι λόγω κακής μεταχείρισης. Παρά τις προφυλάξεις, κατά λάθος του έδωσαν μια δόση του αντιψυχωσικού φαρμάκου Thorazine και βίωσε μια σειρά δυσάρεστων παρενεργειών. Οι επόμενες 6 ημέρες ήταν αδιάφορες και τελείωσαν όταν θυμήθηκε ότι ήθελε να παρακολουθήσει ένα αγώνα μοτοκρός. Έφυγε όπως της διηγήθηκε χωρίς πολύ κόπο και χωρίς καμία διάγνωση. Για τους έξι άλλους που πήραν μέρος στο πείραμα (αν όντως υπήρξαν και δεν τους υποδύθηκε το ίδιο ίσως άτομο με διαφορετικά ψευδώνυμα), δεν μπόρεσε να βρει τίποτα. Ήταν ελάχιστα τα στοιχεία για κείνους στις σημειώσεις του πειραματιστή.

Εκτός αυτών, ο David Rosenhan παραποίησε και τα στοιχεία που αφορούσαν το δικό του εγκλεισμό. Άλλα βρήκε η Cahalan ότι έγραψε για κείνον ο ψυχίατρος που τον είδε όταν εισήχθη στο Haverford State Hospital το 1969 κι άλλα είπε ο ίδιος ο πειραματιστής ότι συνέβησαν. Όσ@ διαβάζετε αυτή τη στιγμή και δεν έχετε εμπλοκή με το χώρο της ψυχικής υγείας, επομένως δεν γνωρίζετε γενικότερα το πως γίνονται τα πειράματα, θέλω να ξέρετε ότι αυτά συμβαίνουν (και στη φαρμακοβιομηχανία π.χ. κατά κόρον). Κακώς, δεν το συζητώ, αλλά συμβαίνουν. Κι ο λόγος είναι πως όταν ερευνάς κάτι και κάνεις μια υπόθεση γι’ αυτό, θέλεις βέβαια ν’ αποδειχτεί ότι έχεις δίκιο κι όχι το αντίθετο. Το γράφω όσο πιο απλά μπορώ, για να γίνεται κατανοητό απ’ όλ@.

Αυτό λοιπόν έκανε και ο περί ου ο λόγος. Γέμισε τα κενά («filling in gaps with outright fabrications», όπως αναφέρει η Cahalan) στα επίσημα έγγραφα, κι είτε από απροσεξία, είτε από αλαζονεία, είτε… είτε… έδωσε στη δημοσιότητα μιαν κάπως διαφορετική εκδοχή, για τη δική του περίπτωση, ως πειραματικού υποκειμένου, ως συμμετέχοντα στο πείραμα. Βέβαια διαβάζοντας αυτές τις γραμμές απ’ το η ημερολόγιό του, που έχουν ισχύ και σήμερα δυστυχώς για τους έγκλειστους (απουσία προσωπικού χώρου, αδυναμία αυτοδιαχείρισης κτλ), δεν γίνεται να τον αμφισβητήσω εντελώς: «Ένιωσα άβολα, δεν ήξερα που ήταν το μπάνιο, πού θα κοιμόμουν ή πού ήταν τα πράγματα μου. Τι κάνουμε εδώ; ρώτησα τον εαυτό μου. Υπάρχει κάποιο τηλέφωνο; Μπορώ να καλέσω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου; Πότε θα δω έναν γιατρό; (…) Έπρεπε να περιμένω μέχρι τις 10:45 έναν νοσηλευτή να μου δείξει πού θα πάω να κοιμηθώ, μου έδωσαν πολύ λίγη προσοχή, σαν να μην υπήρχα».

Αλλά οι εποχές ήταν άλλες τότε και οι τρόποι διεξαγωγής των πειραμάτων πιο χαλαροί. Είπε κι αλήθειες λοιπόν ο Rosenhan, έκανε όμως και παρατυπίες. Συνέβαιναν αυτά κι όπως σας έλεγα παραπάνω και σήμερα συμβαίνουν, σε άλλα πεδία (βολικά αποκρύπτονται ή υποβαθμίζονται π.χ. οι παρενέργειες ψυχοφαρμάκων και τονίζεται η θετική τους επίδραση) Γι’ αυτό, μη το συγχέετε αυτό που έκανε εκείνος ως επικεφαλής του πειράματος τότε, με την προσπάθεια της Lauren Slater, που επίσης έκανε το πείραμα μόνη της πριν μερικά χρόνια επειδή έγραφε ένα βιβλίο, ήταν κι η ίδια χρήστρια υπηρεσιών ψυχικής υγείας κτλ. Είναι διαφορετικοί οι στόχοι, οι επιδιώξεις και φυσικά είναι άλλη η θέση της Slater κι άλλη του Rosenhan.

Κι αφού σύντομα το διευκρίνισα κι αυτό το σημείο, συνεχίζω και προσθέτω κι εγώ μερικές δικές μου σκέψεις, σχετικά με τις μαρτυρίες των συμμετεχόντων. Ο ένας τους πλησίαζε τα 100 όταν τον βρήκε η Cahalan, ένας άλλος είχε διαγνωστεί με καρκίνο, βρισκόταν μάλιστα στο τελικό στάδιο. Τι θέλω να πω; Πως έχουν περάσει πια πολλά χρόνια από τότε κι η αναδρομική μας μνήμη έχει βρεθεί ότι σφάλει πολλές φορές (ακόμη κι η βραχυπρόθεσμη: αυτόπτες μάρτυρες ενός γεγονότος είναι συνηθισμένο να δίνουν διαφορετικές εκδοχές σχετικά με το τι «πραγματικά» συνέβη, επομένως…) Οι ψευδο-αναμνήσεις τόσο μεμονωμένων ατόμων όσο και οι συλλογικές (παραμνησία, φαινόμενο Μαντέλα κτλ) ερευνώνται χρόνια τώρα στην Ψυχολογία κι έτσι επιτρέψτε μου να έχω κάποιες λίγες αμφιβολίες, όχι βέβαια για την παραποίηση των εγγράφων, σε καμία περίπτωση, αλλά για τα όσα είπαν τουλάχιστον τα πειραματικά υποκείμενα. Δεν αλλάζει έτσι κι αλλιώς όμως αυτό, το συμπέρασμά μου ότι ο πειραματιστής δεν μας είπε όλη την αλήθεια.

Άλλωστε κι ο ίδιος κάποτε παραδέχτηκε το εξής: “we tend to invent ‘knowledge’ and assume that we understand more than we actually do. We seem unable to acknowledge that we simply don’t know» («έχουμε την τάση να εφεύρουμε τη ‘γνώση’ και να υποθέτουμε ότι καταλαβαίνουμε περισσότερα, απ’ όσα στην πραγματικότητα καταλαβαίνουμε. Φαίνεται ότι δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε, να δεχτούμε, ότι απλά δεν γνωρίζουμε»). Τελικά όλοι, ψυχίατροι και ψυχολόγοι δεν θέλουμε να λέμε «δεν ξέρω», αλλά όντως είναι πολλά αυτά που δεν γνωρίζουμε και κάποτε θα πρέπει να ξεκινήσουμε να το παραδεχόμαστε ή έστω όσ@ τουλάχιστον δεν το κάνουμε ήδη.

Όπως λέω συνήθως όμως, δε χρειάζεται να συμφωνήσετε με όσα έγραψα εγώ. Ούτε καν. Διαβάστε εσείς το βιβλίο και βγάλτε σε κάθε περίπτωση, τα δικά σας πορίσματα. Ρέει εύκολα, δεν θα έλεγα ότι έχει ιδιαίτερα δύσκολη ορολογία και διαβάζεται σαν βιβλίο μυστηρίου, στο οποίο η συγγραφέας ψάχνει ν’ ανακαλύψει την αλήθεια. Σίγουρα μέρος της επιτυχίας του βασίζεται και σ’ αυτό. Η Cahalan συμπερασματικά, όπως κατάλαβα, ούτε τον κατηγορεί ακριβώς τον Rosenhan, ούτε τον συγχωρεί. Σ’ ένα σημείο θα συμφωνήσω ίσως μαζί της πάντως: στο ότι επισημαίνει πως ενδεχομένως να είχε γίνει πιο σωστά η αποϊδρυματοποίηση/απονοσοκομειοποίηση στην Αμερική, αν δεν υπήρχε η βιασύνη και λόγω της πίεσης απ’ αυτό το πείραμα. Καταλήγει πάντως στο ότι πιστεύει πως ο Rosenhan έδειξε κάτι πραγματικό («I believe that he exposed something real»), όπως αναφέρεται στο άρθρο της Jennifer Szalai των New York Times. Κι ειλικρινά το ίδιο πιστεύω κι εγώ, λαμβάνοντας όμως οπωσδήποτε υπόψη όχι μόνο όλ’ αυτά που ήδη διαβάσατε, αλλά κι άλλες πηγές που συμβουλεύτηκα και θα τις βρείτε στο τέλος της ανάρτησης.

Το πιστεύω γιατί την εποχή εκείνη κι ο Erving Goffman κι άλλοι πολλοί μας έδειξαν παρόμοια πράγματα με τον Rosenhan για τα ψυχιατρικά ιδρύματα. Επειδή επίσης οι συνέπειες απ’ τη δημοσίευση του πειράματος οδήγησαν στην αλλαγή του DSM όπως ήδη σας εξήγησα στο Μέρος Ι (άρα υπήρχαν κακώς κείμενα που κι άλλοι όπως ο Robert Spitzer -που ερεύνησε εξονυχιστικά το πείραμα κι όμως, πράγμα που εγείρει ερωτήματα, δεν ανέφερε καμιά παρατυπία- είχαν υπόψη τους και δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία ακριβώς τα συμπεράσματα του Rosenhan. Kαι τέλος, επειδή κυρίως ακόμη και στις μέρες μας γίνεται συχνά λόγος για την τάση των ψυχιάτρων να «χωρέσουν» τους ασθενείς σε μια κάποια διαγνωστική κατηγορία και να παθολογικοποιήσουν κάθε έκφανση της συμπεριφοράς τους (χωρίς καν να τους ενδιαφέρει ν’ ακούσουν την προσωπική τους ιστορία), ειδικά αν οι πάσχοντες προέρχονται απ’ τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Διαφορετικά μπορούν να θεωρηθούν απλώς «γοητευτικά εκκεντρικοί». Το ταξικό στοιχείο, θέλουμε δεν θέλουμε, παρεισφρέει παντού. Κι οι ψυχολόγοι όχι, δεν εξαιρούμαστε δυστυχώς. Αλλά πάντα επιμένω να εστιάζω στα φωτεινά παραδείγματα. Κι ευτυχώς τέτοια υπάρχουν. Υπάρχουν.-

.

Πηγές:

1. D. L. Rosenhan, Science, Vol 179, 250 (1973).

2. . R. L. Spitzer, Arch. Gen. Psychiatry, Vol 33, 459 (1976).

3. S.Cahalan, The Great Pretender : The Undercover Mission That Changed Our Understanding of Madness, (Grand Central Publishing , 2019)

4. E. Goffman, Asylums: Essays on the Social Situation of Mental Patients and Other Inmates (Anchor Books, 1961).

5. L. Slater, Το κουτί της ψυχής (μετάφραση: Δέσποινα Αλεξανδρή, εκδόσεις «Οξύ», 2009).

Καθώς και τα ακόλουθα δημοσιεύματα:

Investigating a Famous Study About the Line Between Sanity and Madness

‘The Great Pretender’ seeks the truth ‘on being sane in insane places’

The Great Pretender by Susannah Cahalan review – psychologist in the dock

El hombre que obligó a cambiar los manuales de psicología

Ψυχίατρος και Ψυχολόγος στην Υπηρεσία Ψυχικής Υγείας που λειτουργεί* σε 24ωρη βάση στην Τεργέστη – Με αφορμή τη θεραπευτική σχέση

.

*Το κείμενο αυτό έχει γραφτεί στα τέλη της δεκαετίας του 80, αλλά θεωρώ πως εξακολουθεί να παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και γι’ αυτό το αναρτώ εδώ σήμερα. Η μετάφραση είναι του ψυχιάτρου Θ. Μεγαλοοικονόμου, που είχε την καλοσύνη να μου το στείλει.

.

ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΣΕ 24ΩΡΗ ΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΤΕΡΓΕΣΤΗ – ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ

Roberto Mezzina, ψυχίατρος, Paolo Borghi, ψυχολόγος
Ψυχιατρικές Υπηρεσίες της Τεργέστης

.

Αναφερόμενοι στην εμπειρία μας σε υπηρεσίες που λειτουργούν σε 24ωρη βάση και οι οποίες γεννήθηκαν από το ξεπέρασμα του ψυχιατρείου, θα θέλαμε να εκθέσουμε κάποιες απόψεις πάνω στη σημασία της ‘θεραπευτικότητας’, ή της θεραπευτικής πράξης.

Εχουμε συχνά μιλήσει γι΄ αυτό αποδίδοντάς το σε μια ποιότητα διάχυτη, σύμφυτη με την οργανωτική δομή της υπηρεσίας και στο πλέγμα των σχέσεών της («διευρυμένη θεραπευτική κοινότητα», η οποία επεκτείνεται προς τα έξω και η οποία ορίζεται στιγμή προς στιγμή σε μια διαρκή σχέση προς τον τομέα ευθύνης της). Ξεκινώντας από τους θεσμικούς μας ρόλους και από την ιδιαιτερότητά τους (ως ψυχιάτρου και ως ψυχολόγου) με την επίγνωση ότι αυτός μπορεί να είναι ένας από τους άπειρους τρόπους ανάγνωσης της ύπαρξής μας ως υποκειμένων σε έναν νέου τύπου θεσμικό ορίζοντα.

Μακριά από το να θέλουμε να εξαντλήσουμε την πολυπλοκότητα αυτής της ατομικής και κοινωνικής διάστασης, θέλουμε να προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για ρόλους που διασταυρώνονται με το νόημα των δράσεών μας ιδωμένων ταυτόχρονα προς «το εντός» και προς «το εκτός» της υπηρεσίας, στην οργανωτική, στρατηγική και τεχνολογική της διάσταση.

Είναι ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα, αρθρωμένη σύμφωνα με κριτήρια που την δομούν και της εξασφαλίζουν την εσωτερική συνοχή, που αναγκάζει και κατευθύνει τους ίδιους τους ρόλους και την λειτουργικότητα πέρα από άκαμπτα σχήματα τα οποία θα λειτουργούσαν σύμφωνα με μιαν αμετάστρεπτη διαδικασία.

Πρέπει να ξεκινήσουμε, λοιπόν, από εκεί που βρισκόμαστε: μια ψυχιατρική υπηρεσία ανοικτή 24 ώρες το 24ωρο, που δεν έχει ανάγκη να παραπέμπει σε άλλες δομές τις πιο δύσκολες περιπτώσεις των ‘χρηστών’, που γνωρίζει να απαντά με διαφοροποιημένο τρόπο, είτε με προγράμματα αποκαταστασιακού χαρακτήρα, είτε αναλαμβάνοντας τις καταστάσεις οξείας κρίσης, που διασχίζει και παρακινεί την περιοχή (κοινότητα) εντός της οποίας λειτουργεί. Μια τέτοια υπηρεσία τοποθετείται κριτικά απέναντι στον κλινικο-επανορθωτικό παράδειγμα (αρρώστια -θεραπεία – ανάρρωση), το οποίο αποκλείει όλο αυτό που υποθετικά δεν είναι ιάσιμο, παραπέμποντας την διαχείρισή του στο ψυχιατρείο, ή στον δρόμο. Γι΄ αυτή την υπηρεσία θα έχει επομένως αξία το πρόβλημα της οδύνης του ατόμου και της ιστορίας του και όχι η «ποιότητα» της αρρώστιας του και, ως εκ τούτου, στο θεραπευτικό πλάνο με τους ασθενείς μας θα δοθεί σημασία στην αυτονομία της ζωής τους, στην δυνατότητα σχέσεων, στην εξουσία που το άτομο έχει, ή μπορεί ν΄ αποκτήσει, στην κοινωνικότητα.

Πέρα από τις ιδιαίτερες αρμοδιότητες, αυτό αναγκάζει τον ψυχίατρο και τον ψυχολόγο, στο βαθμό που είναι «σφαιρικοί λειτουργοί», να αναλαμβάνουν το υποκείμενο «μέσα από αυτό το ίδιο» και επομένως, ν΄ ασχοληθούν με την αντιμετώπισή του. Όλες οι θεσμικές στιγμές έχουν ένα προφανές βάρος πάνω στην ‘θεραπευτικότητα’, είναι οι όροι της δυνατότητάς της, τα εργαλεία της, το πραγματικό της πλαίσιο: από το πρόβλημα της καθαριότητας στην ποικιλία του φαγητού που διατίθεται. Από την δυνατότητα της ιδρυματοποίησης της χρήσης του φαρμάκου στην εφαρμογή αποκαταστασιακών προγραμμάτων, από την ‘διαλεκτικοποίηση’ της σχέσης που έχει η υπηρεσία με άλλα ιδρύματα (νοσοκομείο φυλακή, γηροκομείο, δικαστήριο κλπ) μέχρι τα προγράμματα στις γειτονιές. Από την προσοχή σε πιθανές ακαμψίες και σε κλείσιμο της υπηρεσίας στον εαυτό της, σε προγράμματα πολιτιστικών και κοινωνικοποιητικών δραστηριοτήτων. Η υπηρεσία, λοιπόν, ωθεί στην δόμηση και στην κατεύθυνση της δουλειάς αυτών των λειτουργών (ψυχίατρου και ψυχολόγου) και των άλλων, προς μεθοδολογίες που εκφράζουν το ξεπέρασμα των κλασσικών μοντέλων. Σε μια υπηρεσία τύπου εξωτερικού ιατρείου, οι απαντήσεις που διατίθενται και από τις δυο αυτές φιγούρες λειτουργών, ανταποκρίνονται σε κριτήρια προκαθορισμένα και εκδιπλώνονται σύμφωνα με άκαμπτους τρόπους, που δεν αφορούν μόνο το setting, αλλά τους ίδιους τους όρους της διάθεσης των απαντήσεων, την θέση τους μέσα στο σύνολο των θεσμικών δράσεων της συγκεκριμένης υπηρεσίας, την φτώχεια των πόρων της και των στρατηγικών της στόχων.

Αυτή η υπηρεσία είναι υποχρεωμένη να μειώσει τις μορφές πρόσβασης και αιτήματος, ή να επιλέγει ενεργητικά στη βάση της συμφωνίας, ή της μη συμφωνίας, των αιτημάτων σε σχέση με τα θεραπευτικά μοντέλα τα οποία υιοθετεί, ή με την ικανότητα ανάληψης σε σχέση με την βαρύτητα του ίδιου του αιτήματος, που, πέρα από καθορισμένα όρια, δεν θεωρεί ότι είναι στην αρμοδιότητά της. Είναι σίγουρο ότι η σχέση ανάμεσα στον τύπο της δουλειάς και τον θεσμό είναι μια αλληλεπίδραση διπλής κατεύθυνσης: η μια δομεί την άλλη και το αντίθετο, ακριβώς όπως οι προσχηματισμένες απαντήσεις σε μια υπηρεσία που λειτουργεί επί 24ώρου βάσεως θα παρέμεναν παροχές άγονες στο βαθμό που θα ήταν ανεπαρκείς απέναντι στη πολυπλοκότητα των αιτημάτων και του πλαισίου εντός του οποίου εμφανίζονται.

Ένα από τα κομβικά κριτήρια της λειτουργικότητας είναι ακριβώς αυτή της κεντρικότητας της υπηρεσίας σε σχέση με την δική της περιοχή ευθύνης. Στην υπηρεσία έχει αποδοθεί εκ των πραγμάτων ένας ρόλος προαγωγής της ψυχικής υγείας αναφορικά με εκείνον τον συγκεκριμένο πληθυσμό και αυτό εμφανίζεται ως μια υπευθυνότητα που αλλάζει την ίδια τη θέση του λειτουργού. Αυτός δεν μπορεί να είναι πάροχος ενός έργου κατά κάποιον τρόπο αδιάφορος ή απόμακρος σε σχέση με το πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται, αλλά πρέπει να ασχοληθεί ακριβώς με αυτό το πλαίσιο. Η διαρκής σχέση αλληλεπίδρασης με την κοινότητα τείνει στην διαμόρφωση των εργαλείων παρέμβασης και της ίδιας της λειτουργικότητας σε σχέση με την διαρκή επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων τους.

Υπάρχει η αναγκαιότητα το υποκείμενο, που εισέρχεται στο ψυχιατρικό κύκλωμα, να μπαίνει ή να ξαναμπαίνει σε συνθήκες που του επιτρέπουν να κινείται στον κοινωνικό χώρο, να είναι κοινωνικά δρών. Η άμεση επιβεβαίωση είναι πόση εξουσία καταφέρνει κανείς να δώσει σε αυτόν ο οποίος είναι σταματημένος, ακίνητος στο πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει και πόσο χώρο υπαρξιακό, πόσο χώρο προόδου ή χειραφέτησης (όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για το κοινωνικό του δίκτυο) καταφέρνει να του εγγυηθεί. Αναγκαστικά τα υλικά για τα θεραπευτικό κομμάτι θα είναι αυτά πού θα προέλθουν από το άτομο. Είναι ο τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος που ξεκινά από την ανάλυση των φαινομένων που δεν ανήκουν στη γνώση αλλά στην ζωή την ίδια, δηλαδή, αυτά τα φαινόμενα που χαρακτηρίζουν την πραγματική αλληλεπίδραση ανάμεσα στο υποκείμενο και τον κόσμο που το περιβάλλει».

Τα δυαδικά ψυχαναλυτικά μοντέλα βασίζονται πάνω στην διαχείριση μιας σχέσης που αφορά εσωτερικευμένα αντικείμενα, που έχουν αποσπαστεί από την πραγματική ζωή και έχουν καταστεί μετα-αντικείμενα. Το βασικό, αντίθετα, που μας ενδιαφέρει είναι η συνάρθρωση ανάμεσα στη συγκεκριμένη ζωή και στην υποκειμενικότητα του προσώπου. Είναι σημαντικό συνεπώς να αξιολογούμε τον πρακτικό πειραματισμό του ίδιου του προσώπου ως κοινωνικά δρώντος και να προσδιορίσουμε την απόκτηση νέων εργαλείων, υλικών και γνωστικών, από κοινού με την επανεπεξεργασία των παλιών. Σε σχέση με αυτό οι τεχνικοί καλούνται να παρακινήσουν, να διαπιστώσουν, να συγκρουστούν με τους χρήστες σε ένα setting διαφορετικό «όπου η αντιμετώπιση του προσώπου με την πρακτική ενέργεια, οι φόβοι του, οι δυσκολίες, οι αντιστάσεις γίνονται αντικείμενο προνομιακής ανάλυσης. «Στην πραγματικότητα, ακριβώς επειδή η ιδιαιτερότητα της πράξης, που την διαφοροποιεί από μια συμπεριφορά ή από μια διαγωγή, της οποίας η γνώση είναι ουσιαστική για την κατανόησή της, κάθε ενέργεια είναι, από τη μια πλευρά, ενέργεια ενός ατόμου, μια πλευρά της βιογραφίας του, μια έκφραση του εαυτού του : ενώ, από την άλλη πλευρά, είναι η ενέργεια ενός συγκεκριμένου κοινωνικού κόσμου, μια πλευρά των κοινωνικών σχέσεων, μια έκφραση των αντικειμενικών ιστορικών συνθηκών».

Ολο αυτό κάνει ν΄ αναδυθεί η ανάγκη για το ξεπέρασμα μιας θεραπευτικής σχέσης άκαμπτα δομημένης (πάνω στην οποία ακριβώς διαμορφώνεται η λειτουργικότητα του ψυχιάτρου και του ψυχολόγου σε μιαν υπηρεσία τύπου εξωτερικού ιατρείου). Θεωρούμε σημαντικό να δίδεται προσοχή στην υποκειμενικότητα του άλλου, ειδικά αν η προσέγγιση σ΄ αυτόν γίνεται από πλευράς περισσότερων λειτουργών της υπηρεσίας και να λαμβάνει υπόψιν τις διαφοροποιημένες στιγμές της ζωής του προσώπου και των αναγκών που την διασχίζουν. Όλο αυτό διαμεσολαβείται όχι μόνο μέσω της γλώσσας, αλλά και ενεργώντας «μαζί». Η διπολικότητα της θεραπευτικής σχέσης πρέπει αναγκαστικά να εισέλθει σε μια συνολική αλληλεπίδραση ανάμεσα σε περισσότερα επίπεδα παρέμβασης και στο σύνολο των σχέσεων που παρακινεί η υπηρεσία.

Οποιαδήποτε δυαδική σχέση γίνεται πιο πολύπλοκη μέσα σ΄ αυτό το σύστημα των σημείων και των γεγονότων με τα οποία συναρτάται βαθιά και από τα οποία δεν μπορεί να αποχωριστεί. Ολο αυτό που προβάλλεται σε μια σχέση δεν μπορεί να παραμείνει στο εσωτερικό της, αλλά για να πραγματωθεί συγκεκριμένα πρέπει να χρησιμοποιήσει τους πόρους της υπηρεσίας (υλικούς και ανθρώπινους) και πρέπει με κάποιο τρόπο να γίνει δράση που αγγίζει τους άλλους λειτουργούς και διαμεσολαβείται μέσω διαφορετικών υποκειμενικοτήτων.

Δεν πρόκειται, όπως στην δικανική ψυχοθεραπεία, «για αναζήτηση ενός αποθέματος πιο αυστηρού που θα μετατόπιζε σε αυτό το νέο περιβάλλον τα στοιχεία του δυαδικού αποθέματος : κοινωνικοί χώροι… πρόσωπα συγκεκριμένα τοποθετημένα στον θεσμό.… έχουν ήδη την λειτουργία της υποστήριξης των (θεσμικών) μεταφορών και των αντιμεταφορών». Ούτε σκοπεύουμε μ΄ αυτό ν΄ αναφερθούμε μόνο στην οργάνωση της δουλειάς, με τους καταμερισμούς της και τις ανασυνθέσεις της, με τις εξουσιαστικές της διαρθρώσεις, αλλά πρωτίστως στην ιδιοποίηση των θραυσμάτων νοήματος αυτού που επιτελείται. Αν μια τεχνικού χαρακτήρα κίνηση (τεχνικού εννοούμενου ως «η γνώση των πραγμάτων») δεν διαπερνά τουλάχιστον κατ΄ εφαπτομένην ένα μέρος της υπηρεσίας, αυτή κινδυνεύει να απολέσει (και να εκκενωθεί από) την επάρκειά της.

Σ΄ αυτή την δυναμική, που είναι η διυποκειμενικότητα της θεραπευτικής διαδικασίας περισσότερο παρά μια «διάχυτη θεραπευτικότητα», αναγκάζεται η θεραπευτικότητα του ψυχιάτρου και του ψυχολόγου, όπως και του κοινωνικού λειτουργού και του νοσηλευτή να τροποποιηθεί και να θραυστεί, να γίνει κομμάτια τεχνικής που αλλάζουν μορφή για να μπορούν να ταιριάξουν στις ανάγκες του χρήστη. Δεν είναι μόνο σημαντικό να βρούμε αυτό που είναι κοινωνικοποιήσιμο ανάμεσα στα θραύσματα της χρησιμοποιούμενης γνώσης, όσο το να κάνουμε ορατό αυτό που συμβαίνει ανάμεσα στον λειτουργό και τον χρήστη. Αυτό χρησιμεύει για να μετακινήσουμε τη δέσμη φωτός του θεσμού σε αυτό το πρόσωπο, να το αποκαταστήσουμε στη ζώνη της εξουσίας.

Είναι ακριβώς αυτά που αντιπροσωπεύουν, με τρόπο άμεσο ή έμμεσο, λίγο ως πολύ αποκωδικοποιημένο, το αφετηριακό σημείο για την κατανόηση και για την γνώση τι να χρησιμοποιήσουμε και τι μπορεί να γίνει αντιληπτό ως χρήσιμο από την πλευρά του ατόμου. Αυτό συνεπάγεται μιαν επίπονη δουλειά στοχασμού πάνω στην αντιπαράθεση των προτάσεων της υπηρεσίας και του αιτήματος, με τον κίνδυνο το ένα να εξουδετερώνει το άλλο και αντίστροφα. Το θεραπευτικό, κατά την άποψή μας, έχει συχνά τη θέση του στην ένταση ανάμεσα σ΄ αυτούς τους δυο πόλους και στην αμοιβαία τους κίνηση για αλλαγή.

Και όχι μόνο: γι’ αυτόν που ακόμα τείνει να είναι «τεχνικός της πρακτικής γνώσης» δεν αρκεί να ικανοποιείται με την καλώς εννοούμενη λειτουργικότητα, όπως με την αποδόμηση των κωδικοποιημένων τεχνικών. Πρέπει επίσης να αντιμετωπιστεί το κοινό αίσθημα. Η αποϊδρυματοποίηση της καθημερινής ζωής είναι μια οριακή έκφραση που μπορεί να υπαινίσσεται την ένταση απέναντι στην κρυμμένη τρέλα του πραγματικού, την αποκάλυψη της ψυχιατρικής ως απόκρυψης θεμελιακών ανθρώπινων γεγονότων, το να ξαναμπούν σε συζήτηση στόχοι και επιδιώξεις που βασίζονται σε μια ψευδή συνείδηση.

Ο κόσμος που έρχεται στην Υπηρεσία ζητά παροχές στο εσωτερικό αυτού που ο Goffman αποκαλούσε «σχέση υπηρεσίας». Εναπόκειται στον λειτουργό, βασιζόμενο στο ρόλο του, να βρει ακολούθως τις κατάλληλες στρατηγικές για ανίχνευση του αιτήματος, που συχνά είναι έντονα ιατρικοποιημένο και ψυχολογικοποιημένο. Είναι εμβληματική η περίπτωση μιας γυναίκας που παρουσιάζεται με μια ψυχωτική κρίση. Ερχόταν με μια γλώσσα ήδη δομημένη σαν ένας ιστός της αράχνης, μέσα στην οποία ήταν μπερδεμένη και δεν καταλάβαινε πια τίποτα. Αυτή τη γλώσσα έπρεπε να την αποδομήσουμε και να την κάνουμε κομμάτια για να παρακάμψουμε ένα πεδίο ψευδούς εξειδίκευσης. Ως εκ τούτου χρειάζεται ταυτόχρονα να είμαστε, από τη μια πλευρά, έτοιμοι να αναλάβουμε το αίτημα και, από την άλλη, να εστιάσουμε στα αληθινά προβλήματα που, εν τέλει, αναδύονται.

Οταν λέμε να θέσουμε ή να ξαναθέσουμε ένα άτομο στην κατάσταση του να είναι κοινωνικά δρών, σκοπός μας δεν είναι μόνο να παράσχουμε εργαλεία και ευκαιρίες σχέσης, να δουλέψουμε πάνω στο δυναμικό των ψυχολογικών πόρων και των ικανοτήτων «προσαρμογής», αλλά, επίσης, να το βοηθήσουμε να φέρει στην επιφάνεια και να φωτίσει τα περιεχόμενα που η κρίση εκφράζει ή τείνει να εκφράσει. Συμβαίνει ενίοτε, μετά από πολύν καιρό, να δούμε, σκανδαλιζόμενοι, αυτό που είναι βυθισμένο, αυτό που το άτομο δεν κατάφερνε να κάνει να αναδυθεί, να αποκαλύπτει οριστικά ότι η ιστορία ήταν μια άλλη και ότι αυτό το νόημα παραμένει εγκλωβισμένο μέσα στο άτομο, κρυμμένο από τα μάτια των οικείων, του πλαισίου όπως το δικό μας.

Ως εκ τούτου, συχνά η δουλειά ενδυνάμωσης του υποκειμένου σημαίνει να έλθει στο φως αυτό που είναι δύσκολο να αναδυθεί, διαφορετικά ο κίνδυνος είναι το κλείσιμο εκ νέου σε μια σχέση με πρόσημα τεχνικού χαρακτήρα. Είναι θεμιτό, σ΄ αυτό το σημείο, να αναρωτηθούμε αν αναγνωρίζουμε μιαν εγγενή αξία στην ίδια την θεραπευτική σχέση, για το πώς αυτή σταθεροποιείται στο εσωτερικό μιας υπηρεσίας (που είναι, ούτως ή άλλως, μια θεσμική σχέση), ή αν μόνο το ξεπέρασμα αυτής της θεσμικής σχέσης, του πραγμοποιημένου χαρακτήρα της, των επακριβώς ορίων της, εγγυάται το δυναμικό μετασχηματισμού των συνθηκών της οδύνης. Από τη στιγμή που, όλο και πιο συχνά, αυτή η σχέση φορτώνεται με μια παιδαγωγική αξία, ακόμα και στην εκδοχή της «παιδαγωγικής της απελευθέρωσης», ο κίνδυνος που υπάρχει είναι αυτός της επαναφοράς μιας δράσης χειραγωγικού χαρακτήρα στο εσωτερικό της οποίας ο τεχνικός παραμένει ο θεματοφύλακας των σωστών αξιών.

Πιστεύουμε ότι σήμερα ακριβώς η απουσία του τοίχου και οι όροι του θεραπευτικού συμβολαίου, από τη μια μεριά, μπορούν να υπερτονίσουν αυτό τον τρόπο τοποθέτησης του λειτουργού, στην αναζήτηση των ορίων στο εσωτερικό των οποίων κατευθύνει την συμπεριφορά του άλλου, πράγμα που συχνά καταλήγει μόνο στην άσκηση ελέγχου. Από την άλλη, βλέπει (ο λειτουργός) τον χρήστη να παίζει το χαρτί της ελευθερίας του, που, ανεπανόρθωτα, θέτει σε απειλή τα προσχηματισμένα πλάνα του θεραπευτή. Πιστεύουμε ότι είναι αναγκαίο να κινηθούμε με την προσήκουσα αμφιλογία μέσα σε αυτό παιχνίδι, η θέση στο οποίο είναι το να είμαστε μέσα και έξω από τους κώδικες της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας.

Ο Franco Basaglia μιλούσε για το διπλό ξεσκέπασμα από την αμφισβήτηση του ιδρύματος που επέτρεπε η θεραπευτική κοινότητα. Ο ψυχίατρος ξεσκεπάζεται μέσα από την ρητή αποκάλυψη των κανόνων της εξουσίας. Ο ασθενής διαμέσου του ρόλου του ασθενούς μέσα στο ίδιο ίδρυμα. Η αποδόμηση σήμερα, περισσότερο και από τους ρόλους μας, των λειτουργιών μας, την ίδια στιγμή που τις ασκούμε, μπορεί να μετατοπίσει το κοινωνικό παιχνίδι της ιδρυματικής σχέσης προς κάτι που αλλάζει και για τα δυο υποκείμενα. Όσο ο τεχνικός περιορίζεται να διανέμει αυτό που του ανατίθεται χωρίς να το θέτει υπό συζήτηση, αυτό που, αντίθετα, κάνει, είναι ν΄ αναπαράγει το αίτημα ίδιο και απαράλλακτο. «Εμείς διατρέχαμε πάντα έναν κίνδυνο πολύ μεγάλο, γιατί όταν δώσαμε την ελευθερία στον ασθενή και ο ασθενής βγήκε στο δρόμο, γνώριζε ότι είχε μια σχέση αλληλεγγύης με τον θεραπευτή του, που έπρεπε να σέβεται και το αντίθετο…. Αυτή η σχέση μας έφερε, όταν κάποιος μας ρωτά τι είναι το ίδρυμα, στο να τον παίρνουμε από το χέρι, να τον φέρνουμε μέσα στο δρόμο και να λέμε ‘είναι αυτό’. Με αυτό τον τρόπο εμείς καταστρέφουμε την έννοια του κλειστού ιδρύματος, καταστρέφουμε την έννοα το ανοιχτού ιδρύματος και τοποθετούμαστε σε μια διάσταση ολοκληρωτικά άλλη: μια διάσταση στην οποία η σχέση ανθρώπου προς άνθρωπο είναι καθοριστική για την κοινωνική μας ζωή».

Από την άλλη, το συμβόλαιο που στηρίζει μια θεραπευτική σχέση στην υπηρεσία που λειτουργεί σε 24ωρη βάση, τίθεται από την αρχή σαν συμβόλαιο διευρυμένο, που πρέπει να λάβει υπόψη του, για παράδειγμα, τον πόλο-οικογένεια ή άλλα υποκείμενα που είναι σημαντικά στο κοινωνικό δίκτυο και τις πολλαπλές θεσμικές φιγούρες που επιδρούν στην θεραπευτική σχέση. Σε άλλες περιπτώσεις το αίτημα δεν διατυπώνεται από τον χρήστη, αλλά καταφθάνει στην υπηρεσία σαν αίτημα για έλεγχο. Η υπηρεσία πρέπει να επινοήσει το πώς θα αναπτύξει μορφές συμβολαίου που επιτρέπουν σε διαφορετικά υποκείμενα, που συχνά είναι σε σύγκρουση μεταξύ τους, να αλληλεπιδράσουν και, ως εκ τούτου, να εμπλακούν από κοινού στην αλλαγή.

Ο γείτονας που μας καλεί, παραδόξως διατυπώνει και για τον εαυτό του ένα αίτημα ψυχικής υγείας, από τη στιγμή που αισθάνεται ότι έχει εμπλακεί στην ιστορία της κρίσης του άλλου και ρωτά πώς να κατανοήσει και πώς να σχετισθεί με διαφορετικό τρόπο.

Το συμβόλαιο, περαιτέρω, δεν μπορεί να μην επηρεαστεί βαθιά από αυτό που πριν οριζόταν ως αρχή της υπευθυνότητας για την συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Είναι αδύνατο να λυθεί το συμβόλαιο και να οριστεί ‘το τέλος’ του : το υποκείμενο υπάρχει στον ορίζοντα της υπηρεσίας επίσης και σε μια χρονική προβολή και οι μελλοντικές του συνθήκες, ψυχικές και υπαρξιακές, θα είναι, ή θα μπορούν να είναι, οπωσδήποτε αντικείμενο παρέμβασης. Το συμβόλαιο αλλάζει, τελικά, γιατί αλλάζουν οι χρονικές συνιστώσες εντός των οποίων αυτό δομείται. Με αυτή την έννοια, η λειτουργία της υπηρεσίας σε 24ωρη βάση είναι η συνθήκη της δυνατότητας η κρίση να αναλαμβάνεται και να τοποθετείται στο κέντρο της λειτουργίας στην κοινότητα. Είναι σε αυτό που αυτή η αντιμετώπιση είναι εναλλακτική στη μορφή – νοσηλεία με την νοσοκομειακή έννοια.

Περαιτέρω, η κυκλικότητα τα 24 ωρών, ο κυκλικός χρόνος, συντελούν να ξεπεραστεί η άκαμπτη χρονική αλληλουχία και ρυθμική διαδοχή των τεχνικών ενεργειών. Η στιγμή κατά την οποία ένα άτομο, ύστερα από μια συνέντευξη, συνεχίζει να παραμένει στην υπηρεσία για την περίοδο της κρίσης του και επίσης, εξέρχεται από αυτήν, δεν είναι πια ένα όριο τελείως καθαρό σε σχέση με αυτό που η υπηρεσία προσφέρει.

Η απόσταση από ένα άτομο και επίσης, η συμβολαιακή του ικανότητα τίθενται με διαφορετικό τρόπο. Αυτό συμβαίνει σε μια διπλή κατεύθυνση: από τη μια, η υπηρεσία έχει πιο πολλά μάτια που παρατηρούν και αυτή η πολλαπλότητα των βλεμμάτων βοηθάει στην κατανόηση της κατάστασης. Διαφορετικές φιγούρες ανταλλάσσουν με το άτομο στιγμές σχέσης και η αντιμετώπιση της κρίσης γίνεται μέσα από την διαμεσολάβηση από άπειρες οπτικές γωνίες, θραυσμάτων αξιακών και σχέσης.

Από την άλλη, συμβαίνει και το αντίθετο: ο χρήστης βλέπει τον λειτουργό σαν ένα υποκείμενο που βρίσκεται σε ένα χώρο ανοικτό 24 ώρες. Αφού μιλήσουν, μοιράζεται μαζί του τις καθημερινές ενέργειες μέσα στην υπηρεσία και έξω (μέσα στους χώρους που ζει). Αυτό συντελεί στο να βγει έτσι κι αλλιώς από την στενότητα του ρόλου. Οι 24 ώρες γίνονται ένα δυναμικό εργαλείο ξεσκεπάσματος του ιδρυματικού χαρακτήρα της σχέσης. Αν η υπηρεσία είναι διαμορφωμένη πάνω στις διάρκειες της πραγματικής ζωής, η ανάδυση των αναγκών γίνεται με πιο φυσικό τρόπο και είναι, επίσης, λιγότερο δυνατό να μείνουν αόρατες. Ο χρόνος δεν μπορεί να είναι μόνο ένας ιδρυματικός χρόνος, όπως αυτός του ψυχιατρείου. Αυτός πρέπει να προσαρμοστεί σ΄ αυτό που το άτομο θέλει και ανοίγεται στο ‘ξαναγέμισμα’ μιας εν δυνάμει ζωής.

.

.

.

.

.

.

Δερματοστιξία, τσαμπουκάδες, τατουάζ: Συμβολισμοί και νοήματα στην υποκουλτούρα της φυλακής – Μέρος ΙΙ

.

*Συνέχεια από το Μέρος Ι που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον πάντως από σημειολογικής πλευράς, το γεγονός πως ενώ κάποτε το εκάστοτε σύστημα επέβαλλε στους εγκλείστους βασανιστήρια και τους στιγμάτιζε με σκοπό την αναγνώριση και την κοινωνικό εξοστρακισμό τους, με τα τατουάζ, τους τσαμπουκάδες, επιλέγουν οι ίδιοι να υποβάλλουν τον εαυτό τους σε μεγάλο σωματικό πόνο και παίρνουν το ρίσκο ν’ αναγνωριστούν και να καταχωρηθούν ως ‘αντικοινωνικά άτομα’. Πρόκειται για συνειδητή κι εθελοντική επιλογή.

«Αν και αποτελεί σύμβολο στίγματος δεν προσπαθούν να το κρύψουν» σημειώνει ο Erving Goffman στο βιβλίο του «Άσυλα«, για το τατουάζ. Kι είναι πράγματι έτσι. Οι έγκλειστοι προβάλλουν από μια χρονική στιγμή κι έπειτα (ίσως καταλάβουμε παρακάτω το πότε), το έγκλημα τους και αρχίζουν να καμαρώνουν γι’ αυτό, απεικονίζοντας το (σαν σύμβολο κύρους πλέον) στο ίδιο τους το σώμα . Επιλέγουν μάλιστα στην εποχή μας, σημεία που δεν κρύβονται με τα ρούχα κι έχουν τατουάζ στα μπράτσα, στο στήθος, στην πλάτη, στην κοιλιά, στους μηρούς, στους γλουτούς, αλλά και στο πέος, τη γλώσσα, τα βλέφαρα, το πρόσωπο.

«Το τατουάζ λειτουργεί ως συνεχής υπενθύμιση του ποιος είναι ή ήταν ο φορέας του«, υπογραμμίζει, όμως, ο Goffman. Τόσο για τον εαυτό του, όσο και για τους γύρω του. Είναι ένα είδος ‘βιογραφικού’, ένα ποινικό μητρώο, σε κοινή θέα. Πράγμα που σημαίνει πως αν αλλάξουν τα πράγματα κι ο πρώην έγκλειστος θέλει ν’ απομακρυνθεί απ’ τον κόσμο της παρανομίας, αντιμετωπίζει έχοντας τέτοια τατουάζ, μια επιπρόσθετη και σημαντική δυσκολία. Αλλά ακόμα κι αν έχει την ‘ευκαιρία’ να συνεχίσει την εγκληματική δράση του, με την συστηματική καταγραφή που γίνεται πια εκ μέρους των αστυνομικών, κινδυνεύει ανά πάσα στγμή ν’ αναγνωριστεί από ένα τέτοιο χαρακτηριστικό ‘στίγμα’.

Γι’ αυτό παλιότερα οι κρατούμενοι, έκαναν ο,τι μπορούσαν για να τα κρύψουν. Ο Ηλίας Πετρόπουλος, στο βιβλίο του «Της φυλακής«, γράφει χαρακτηριστικά: «Τσαμπουκάς παναπεί τατουάζ. Η λέξη τσαμπουκάς ανήκει στη γλώσσα του υποκόσμου μας και είναι πολυσύμαντη. Εδώ δεν ενδιαφέρουν οι άλλες σημασίες της λέξεως (…) Οι τσαμπουκάδες είναι ανεξίτηλοι. Αυτό και μόνο απαγορεύει στους φυλακισμένους να κάνουν τσαμπουκάδες στο πρόσωπο, ή σε άλλα εμφανή σημεία του σώματος. Κι αυτό είναι μία απ’ τις αιτίες που οι μάγκες (και σχεδόν όλοι οι μάγκες έχουνε τσαμπουκάδες), φοράνε μακρυμάνικα πουκάμισα και αποφεύγουν τα μπάνια στη θάλασσα».

.

τατουαζ
Σχέδια παλιών τατουάζ απ’ το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου «Της φυλακής»

.

Οι συνθήκες όμως άλλαξαν και πλέον τα τατουάζ γίνονται σε εμφανή μέρη του σώματος. Γιατί άραγε; Για ποιους λόγους, παρά τα μειονεκτήματα, το κόστος (ακόμα και στην υγεία τους), οι κρατούμενοι επιμένουν σ’ αυτή τη συνήθεια; Σκέφτονται άραγε τις μακροπρόθεσμες συνέπειες;

Στο απόσπασμα της προηγούμενης ανάρτησης, ο Καρκαβίτσας μέσα απ’ την περιγραφή του, μας δίνει μιαν προφανή  εξήγηση: για να δείξουν την παλληκαριά τους. Το κάνουν για να φανεί πως αντέχουν το σωματικό πόνο. Για τη μαγκιά, όπως περίπου γράφει ο Πετρόπουλος. Φυσικά αυτή δεν είναι η μόνη αιτία, ούτε και η εξήγηση τόσο απλή.

Τα τατουάζ γίνονται επίσης και για να σκοτώσουν την ώρα τους οι κρατούμενοι και για να αναπαραστήσουν πάνω τους κάτι που τους συνδέει με τον έξω κόσμο (εικόνες από αγαπημένα πρόσωπα, ρητά που εκφράζουν τις απόψεις τους για τη ζωή και την παρανομία, θρησκευτικά πιστεύω ακόμα-ακόμα κ.α.).

Ζώντας σε συνθήκες περιορισμού και απομόνωσης, έχουν ανάγκη από μια παρηγοριά, από ένα είδος σύνδεσης με την πραγματικότητα, υπενθύμισης τρόπον τινά της ιστορίας τους και φαίνεται πως τα τατουάζ καλύπτουν και τέτοιες ανάγκες.

Τα τατουάζ γίνονται όμως για να δείξουν οι έγκλειστοι και την αποστροφή τους προς την κοινωνία, να κάνουν σαφές πως δεν θεωρούν τους εαυτούς τους, μέρος της. Γεμίζοντας το σώμα τους τατουάζ, είναι σαν να δηλώνουν πως σε καμιά κοινωνική επανένταξη δεν προσβλέπουν, πως δεν τους ενδιαφέρει να ‘επιστρέψουν’ σε μια τέτοια κοινωνία αναμορφωμένοι. Απορρίπτουν, απαξιώνουν, αμφισβητούν λοιπόν μ’ αυτά, τόσο την κοινωνία όσο και τη φυλακή (που υποτίθεται σωφρονίζει). Είναι ένα είδος δήλωσης.  Σαν να λένε: «ξέρουμε πως το παιχνίδι είναι στημένο, ξέρουμε πως δεν υπάρχει επιστροφή». Κι όμως, όπως θα δούμε παρακάτω, μερικές φορές κάνουν τα πάντα για ν’ ‘αναιρέσουν’ αυτή τους τη δήλωση, κάνουν τα πάντα για να σβήσουν τα τατουάζ.

.

mafia-tattoos-01

.

Στην εργασία βέβαια, του Eero Wahlstedt, που θα σας πρότεινα να διαβάσετε ολόκληρη, αναφέρονται εκτός απ’ αυτούς τους λόγους που διαβάσατε ήδη κι άλλοι. Με τα τατουάζ κυρίως, οι κρατούμενοι προσπαθούν να πάρουν, υποστηρίζει (αφού έχει συμβουλεύτηκε με τη σειρά του μελέτες κι άλλων ειδικών), τον έλεγχο των σωμάτων τους. Έναν έλεγχο που έχουν χάσει, αφού όλες τους οι δραστηριότητες, οι κινήσεις, οι ενασχολήσεις, διέπονται από κανονισμούς, χωροταξικές ρυθμίσεις, ωράρια κι αυστηρό ημερήσιο πρόγραμμα. Η ατομικότητα εξεγείρεται στην επιβαλλόμενη ομοιομορφία.

Επειδή, μέσω της συνεχούς επιτήρησης και της απομόνωσης, σύμφωνα με τον Michel Foucault, η φυλακή επιβάλλει μια ανακωδίκωση της ύπαρξης Σ’ αυτή την ανακωδίκωση φαίνεται πως αντιδρούν λοιπόν. Ίσως η χρονική στιγμή που η φυλακή άλλαξε, να ήταν η αφορμή ή η αιτία, για ν’ αλλάξει και η χρήση των τατουάζ.

Έμμεσα βέβαια μ’ αυτά οι έγκλειστοι, εκφράζουν και την περιφρόνηση τους προς το σωφρονιστικό σύστημα, καθώς τέτοιες ‘δραστηριότητες’, απαγορεύονται στη φυλακή ενώ παράλληλα αποκομίζουν οφέλη δείχνοντας σκληροί στον εγκληματικό υπόκοσμο (αυξάνουν το κύρος τους). Για μένα τουλάχιστον, αυτή η εξήγηση συνολικά, έχει βάση, σε σχέση με άλλες που καταγράφει ο Wahlstedt. Εσείς, αν ασχοληθείτε περισσότερο με το θέμα, θα βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα.

Τελικά όμως, όποιοι κι αν είναι οι λόγοι, κάποια στιγμή οι κρατούμενοι, ο καθένας ξεχωριστά ή σε μικρές ομάδες,  αποφασίζουν να χτυπήσουν τατουάζ.  Πως το κάνουν άραγε; Με πολλούς τρόπους, που θα τους δούμε στη συνέχεια. Ο Ηλίας Πετρόπουλος πάντως, στο βιβλίο του που προανέφερα, καταθέτει τις δικές του πληροφορίες και εξηγεί περαιτέρω:

Οι τσαμπουκάδες της φυλακής γίνονται από ερασιτέχνες που δουλεύουν συνήθως χωρίς αμοιβή. Πάντως αυτός που θα υποστεί την τέχνη τους δεν παραλείπει να δόσει ένα μικρό φιλοδώρημα (μερικά πακέτα τσιγάρα). Ο τρόπος εκτέλεσης του τσαμπουκά είναι σχετικά απλός. Ο τεχνίτης, αρχικά σχεδιάζει τον επιθυμητό τσαμπουκά με μελανί μολύβι (κόπιας) επάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Ύστερα βρέχει το σημείο του σώματος, όπου θα κεντήσει τον τσαμπουκά, και κολλάει εκεί το χαρτί. Όπως είναι επόμενο, το μολύβι ποτίζει και τότε το σχέδιο φαίνεται έντονα. Μετά ο τεχνίτης παίρνει τη βελόνα κι αρχίζει το κέντημα ακολουθώντας τις γραμμές του σχεδίου. Προηγουμένως ο τεχνίτης αφαιρεί το βρεγμένο χαρτί. Με το κέντημα η επιδερμίδα σχεδόν σκάβεται και το αίμα τρέχει άφθονο. Ωστόσο η στάμπα διακρίνεται. Ο τεχνίτης μαζί με το τσίμπημα κάνει και τον χρωματικό τόνο του σχεδίου, αφού βουτάει συνεχώς τη βελόνα στο χρώμα. Στο τέλος, για σιγουριά κάνει και μιαν επάλειψη με χρώμα. Πάνω στην γρατζουνισμένη στάμπα. Σε λίγες μέρες η πληγή πιάνει κουκούδι. Όταν απολεπιστεί το κουκούδι ο τσαμπουκάς είναι έτοιμος. Ως τότε ο κατάδικος δεν επιτρέπεται να πλύνει το μέρος όπου έγινε ο τσαμπουκάς.


Εκτός από τη μέθοδο της βελόνας έχουμε και την μέθοδο της σφραγίδας. Πρόκειται για μιαν άψυχη τυποποιημένη τεχνική εκτελέσεως τατουάζ. Σύμφωνα με τη μέθοδο της σφραγίδας, ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μια μικρή-μικρή σανιδούλα όπου είναι μπηγμένες βελόνες που σφραγίζουν κάποιο σχέδιο (π.χ. Μια καρδιά). Η σχετική επέμβαση γίνεται με την πίεση της σφραγίδας πάνω στην επιδερμίδα. Επακολουθεί επάλειψη με χρώμα κτλ κτλ”.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.