Νέες κυκλοφορίες: «Nora» της Nuala O’ Connor – Η ερωτική σχέση του Τζόις και της Μπάρνακλ και πάλι στο προσκήνιο

Ένα ακόμη βιβλίο για τη σχέση του Τζέιμς Τζόις και της Νόρα Μπάρνακλ κυκλοφόρησε πρόσφατα. Διάβαζα μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη της ιρλανδέζας συγγραφέως που φιλοξενείται στο the Paris Review πριν λίγες νύχτες και σκεφτόμουν ότι αν κι αρκετοί άνθρωποι νιώθουμε άβολα να διαβάζουμε την προσωπική, ερωτική αλληλογραφία ξένων ανθρώπων εντούτοις γίνεται ιδιαίτερα συχνά το να χρησιμοποιούνται και να δημοσιεύονται τέτοια γράμματα στη λογοτεχνία.

Και στο συγκεκριμένο βιβλίο φυσικά συμβαίνει αυτό, κι η Nuala O’ Connor συμπληρώνει με το δικό της τρόπο την «εικόνα» αυτής της σχέσης του σπουδαίου συγγραφέα και της συντρόφου και μούσας του με το να υποθέτει και να επινοεί περίπου τις απαντήσεις εκείνης στα δικά του γράμματα. Γι’ αυτό και το χαρακτηρίζει ως bio-fictional novel.

Ως γνωστόν τα γράμματα της Νόρας χάθηκαν ή καταστράφηκαν κι έτσι καταλαβαίνω πόσο ενδιαφέρουσα πρόκληση είναι για την συγγραφέα το να προσπαθήσει να τα αναπλάσει, να συμπληρώσει δηλαδή τα κενά. Τα γράμματα του Τζόις βέβαια είναι ακόμη δεσμευμένα λόγω του copyright, αλλά η O’ Connor βρήκε τρόπο να ξεπεράσει το σκόπελο.

Ας μη γράψω περισσότερα όμως. Όσ@ ενδιαφέρεστε άλλωστε θα συμβουλευτείτε τους σύνδεσμους μόν@ σας. Καλό θα ήταν βέβαια να διαβάζονται και τα βιβλία του Τζόις αντί των «γαργαλιστικων» λεπτομερειών για την ερωτική του ζωή. Καταθέτω εγώ τώρα, απλώς μια γνώμη…

Στα ίχνη του Joyce στην Τεργέστη: Η σχέση του με τους Έλληνες και την Ελλάδα – Μέρος ΙΙΙ

1. Tο άγαλμα του Joyce στην Τεργέστη, στην Ponte Rosso (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Έτυχε τις μέρες των γιορτών η ΜΕΤ, η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης δηλαδή, να παρουσιάζει όπερες του Verdi. Κι ο συγκεκριμένος συνθέτης μοιραία μου φέρνει στο νου τον Joyce μιας κι ένα απ’ τα μέρη που σύχναζε στην Τεργέστη ήταν το Theatro Verdi, όπως σας εξηγούσα καιρό πριν εδώ. Έχοντας μάλιστα τόσο καθυστερήσει να ολοκληρώσω αυτή τη σειρά των αναρτήσεων, μ’ αφύπνισε μπορώ να πω αυτή η συγκυρία. Ας γυρίσουμε λοιπόν πίσω στο χρόνο και στους δρόμους της πόλης όπου εκείνος, αλλά κι ο Franz Kafka κι άλλοι σημαντικότατοι λογοτέχνες έζησαν για μικρό ή μεγάλο διάστημα της ζωής τους…

Ο Δήμος της Τεργέστης έχει φροντίσει να τοποθετήσει 45 αναμνηστικές πλάκες για να διευκολύνει όσ@ θέλουν να κάνουν τον σχετικό περίπατο (Passaggio Joyce) κι έτσι μπορείτε να βρείτε εύκολα τα 9 σπίτια στα οποία έμεινε και πολλά απ’ τα άλλα μέρη που σύχναζε κάνοντας παρέα μεταξύ άλλων με τον Νικόλαο Σάντο και τον Παύλο Φωκά. Σίγουρα οι φιλίες αυτές οδήγησαν στην πιο εντατική μάθηση της ελληνικής γλώσσας, όπως αναφέρει στη μελέτη του ο Fran O’ Rourke, καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Δουβλίνου. Αλλά κι ο Ιταλός Paul Ruggierio, μουσικός και γνώστης των ελληνικών (μιας κι είχε ζήσει στη χώρα μας) τον βοήθησε αρκετά στο να εξοικειωθεί με τη γλώσσα. Έμαθε έτσι αρκετά ελληνικά τραγούδια κοντά του (γνώριζε εξίσου κι ιταλικά τραγούδια όπως αυτό που λέγεται ότι τραγουδούσε στο ιδίωμα της Τεργέστης).

2. Εξωτερική λεπτομέρεια απ’ το Palazzo Lloyd Triestino, ισχυρή ναυτιλιακή εταιρεία της οποίας ιδρυτές υπήρξαν πολλοί ισχυροί Έλληνες (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο Fran O’ Rourke λοιπόν εξηγεί ότι εκτός από τυπικές ασκήσεις γραμματικής, λεξιλογίου κτλ, στα σημειωματάριά του έχουν βρεθεί οι πρώτες στροφές του ελληνικού εθνικού ύμνου, δύο στροφές της «Οδύσσειας», ένα επαναστατικό τραγούδι, ένα νανούρισμα, το «Πάτερ Ημών», διάφορες χαριτωμένες βωμολοχίες, αλλά και υποδείγματα εμπορικής αλληλογραφίας. Σίγουρα αυτά τον βοήθησαν στο να συντάξει αιτήματα για τη χορήγηση δανείου κι όσ@ διαβάσατε το βιβλίο της Μαντώς Αραβαντινού θα καταλάβατε ήδη γιατί το γράφω αυτό.

Περιττό ν’ αναφέρω την τεράστια επίδραση του Ομήρου στο έργο του. Αρκεί να γράψω ότι απ’ την έκτη δημοτικού είχε αναφερθεί στον Οδυσσέα ως τον πιο αγαπημένο του ήρωα, σε σχολική έκθεση κι έκτοτε εξηγούσε σε φίλους όπως ο γλύπτης Frank Budgen πόσο ολοκληρωμένος ήταν από κάθε πλευρά αυτός ο χαρακτήρας. Περισσότερο μάλιστα κατά τη γνώμη του απ’ τον Άμλετ, τον Φάουστ κ.α. Αλλά εξίσου τεράστια επίδραση τού άσκησε και το έργο του Αριστοτέλη, τον οποίο ανακάλυψε στο γυμνάσιο κι έκτοτε μελέτησε σε βάθος. Ο Δαίδαλος του, -αυτοβιογραφικός κατά μεγάλο μέρος χαρακτήρας-, πηγάζει απ’ αυτή τη μελέτη, ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με τη συνδιαλλαγή του με τον κόσμο αλλά και τον εαυτό του.

Καλύτερα όμως να μην γράψω περισσότερα για να διαβάσετε και μόν@ σας το πολύ ενδιαφέρον αυτό κείμενο που θα βρείτε εδώ. Αν θελετε να εμβαθύνετε περισσότερο, υπάρχει κι αυτό το βιβλίο του R. J. Schork. Καλύτερα είναι λοιπόν, να προσθέσω απ’ την πλευρά μου μερικά ιστορικά στοιχεία και να εξηγήσω κάτι βασικό: ότι δηλαδή το 18ο αιώνα ο όρος Έλληνας υποδείκνυε την θρησκεία και όχι την εθνικότητα κι έτσι συμπεριλαμβάνονταν κι οι Ιλλυριοί στην ελληνική κοινότητα (ο εκκλησιασμός γινόταν στην ίδια εκκλησία, του Αγίου Σπυρίδωνα δηλαδή). Γι’ αυτό και δεν ήταν τυχαία η αναφορά μου στους Σέρβους στην πρώτη ανάρτηση και στο βιβλίο του Ράντοβαν Πέτκοβιτς που αναβιώνει εκείνη την περίοδο (περισσότερα μπορείτε να μάθετε εδώ). Το 19ο αιώνα οι Έλληνες στην Τεργέστη, διαχωρισμένοι πια απ’ την μειονότητα των Ιλλυριών, αποτελούσαν το 12% του πληθυσμού, ήταν περίπου 5000 στη μέγιστη ακμή τους και κατείχαν το 28% των μετοχών στο χρηματιστήριο. Διδάσκοντας τους αγγλικά ο Joyce όπως έγραφα εδώ, γνώρισε αρκετούς απ’ τους επιφανείς της ελληνικής κοινότητας και συχνάζοντας σε διάφορα στέκια πολλούς απλούς εργαζόμενους.

Ο βαρόνος Αμβόσιος Ράλλης (Ambrogio Ralli) μάλιστα, φαίνεται ότι ήταν ο μόνος που αγόρασε στην Τεργέστη αντίγραφο του «Οδυσσέα» όταν εκδόθηκε. Τον είχε βοηθήσει με τα γραφειοκρατικά του προβλήματα (όπως κι ο κόμης Φραγκίσκος Σορδίνας), ώστε να εκδοθεί η άδειά του και να φύγει απ’ την Τεργέστη και του είχε δανείσει επιπλέον χρήματα για την μετακόμιση στη Ζυρίχη. Γενικώς πάντως, όταν ο περισσότερος κόσμος δεν έβλεπε και με πολύ συμπάθεια το μεθυσμένο καθηγητή, οι ‘Ελληνες τον αγκάλιαζαν παντού. Πώς να μην τους έχει κι εκείνος αδυναμία;

4. Canale Grande, Trieste (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Στον τοίχο του παριζιάνικου διαμερίσματος του υπήρχε μια ελληνική σημαία που είχε αγοράσει απ’ την Τεργέστη, σ’ ένα βάζο πάνω στο πιάνο του μικρότερες ελληνικές σημαιούλες κι όταν πέθανε το ένα απ’ τα δύο βιβλία που βρέθηκαν πάνω στο γραφείο του ήταν ελληνικό λεξικό. Ως το τέλος «ταξίδευε» με τον τρόπο του στην Ελλάδα κι ελπίζω κι εγώ σήμερα να σας ταξίδεψα λίγο στην Τεργέστη που πότε έλεγε ότι του έτρωγε τα συκώτια και πότε τη λάτρευε.

Κι αφού φτάσαμε παρέα ως εδώ κι ολοκληρώνεται πια αυτή η σειρά των αναρτήσεων, ήρθε η ώρα ν’ απαντήσω και στο ερώτημα που σίγουρα αφορά τους πιο φανατικούς αναγνώστες του: έχει νόημα να δει κανείς όλα τα στέκια του στην Τεργέστη ή έστω αρκετά απ’ αυτά ή αντ’ αυτού καλύτερα να προτιμήσει μια επίσκεψη στο Μουσείο που υπάρχει εκεί κι είναι αφιερωμένο σε κείνον; Εξαρτάται απ’ το χρόνο σας, τις προσδοκίες σας και πώς τον αντιλαμβάνεστε το Joyce, θ’ απαντήσω. Αν έχετε λίγο χρόνο, ίσως είναι καλύτερα να πάτε στο Μουσείο και ν’ αρκεστείτε σ’ έναν καφέ σε κάποιο απ’ τα στέκια του (στο Caffè Tommaseo για παράδειγμα σύχναζε κι ο Ρήγας Φεραίος). Αν έχετε περισσότερο, περπατήστε την πόλη και νιώστε την όπως εκείνος, όσο θα βλέπετε τα μέρη που σύχναζε, τα σπίτια που έμενε, τη σχολή που δίδασκε κτλ.

5. Caffè Tommaseo, Trieste (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Εγώ αυτό τουλάχιστον έκανα όσες φορές βρέθηκα εκεί, ίσως γιατί κι ο ήλιος ξελόγιαζε και δεν ήθελα να κλειστώ πουθενά, αλλά την επόμενη λέω να πάω και στο Μουσείο. Σε κάποιους έχει φανεί «μικρό και φτωχό», όπως έμαθα (μα χωράει εύκολα ο μύθος του Ζόις όπως τον λένε οι Τριεστίνοι κάπου;), σ’ άλλους όχι. Μην σας επηρεάσει ούτε η γνώμη των μεν ούτε των δε. Κάντε αυτό που νιώθετε ό,τι θέλετε εσείς. Προσωπικά συμβουλεύτηκα τον ιστότοπό του όσο ήμουν εκεί αλλά και κατά τη διάρκεια των ημερών που έγραφα αυτή την ανάρτηση. Πολύ χρήσιμο κι ενδιαφέρον site είναι. Και πού ξέρετε; Την επόμενη φορά, ίσως σας γράψω και τις δικές μου εντυπώσεις απ’ αυτό. Ας μπορούμε με το καλό να ταξιδέψουμε κι όλο και κάτι θα γίνει…

*Οι φωτογραφίες 1, 2, 4 και 5 τραβήχτηκαν από μένα. Στην νούμερο 3 υπάρχει ο σύνδεσμος απ’ τον οποίο τη δανείστηκα. Κι άλλες, σύγχρονες φωτογραφίες της Τεργέστης, θα βρείτε στους λογαριασμούς που διατηρώ σε flickr και instagram αντίστοιχα. Για όλες οι πηγές που συμβουλεύτηκα υπάρχουν αντίστοιχα και οι σχετικοί σύνδεσμοι.

Στα ίχνη του Joyce στην Τεργέστη: Η σχέση του με τους Έλληνες και την Ελλάδα – Μέρος ΙΙ

1. Ο James Joyce με την εκδότριά του Sylvia Beach και την Adrienne Monnier στο θρυλικό βιβλιοπωλείο Shakespeare & Company στο Παρίσι, το 1920

.

Σας είχα αναφέρει την προηγούμενη φορά την επιμονή του James Joyce σχετικά με το μπλε χρώμα του εξωφύλλου του “Οδυσσέα”, που θα έπρεπε ν’ αντιστοιχεί μ’ αυτό της σημαίας μας. Ήξερε πολύ καλά τι ήθελε και χρειάστηκαν αρκετές προσπάθειες ώστε οι άνθρωποι που ασχολήθηκαν με το σχεδιασμό να φτάσουν στο επιθυμητό για κείνον αποτέλεσμα. Όταν τελικά ο στόχος επιτεύχθηκε, ανέμισε κι η ελληνική σημαία έξω απ’ το βιβλιοπωλείο στο Παρίσι, για να σηματοδοτήσει το γεγονός της έκδοσής του. Και δεν είναι τυχαίο που κι εγώ σήμερα δημοσιεύω αυτή την ανάρτηση μιας κι οι φανατικοί αναγνώστες του γιορτάζουν τη Bloomsday (δείτε εδώ στα ελληνικά κι εδώ στα αγγλικά, σχετικούς συνδέσμους). Να λοιπόν η περιγραφή της Edna O’ Brien σχετικά με το πως έφτασε το βιβλίο ως το τυπογραφείο.

“His demands concerning paper, binding, and typeface were inflexible. He wanted the cobalt blue of the Greek flag on his cover, but locating the correct dye to reproduce that exact blue meant that Darantière had first to journey to Germany, and then submit samples to Joyce, and Joyce didn’t feel that the white lettering on blue had the magic impact of white islands on a blue archipelago of water. Joyce insisted that Darantière send him five sets of page proofs. He constantly made changes on them, and the corrected pages were so scarred with stars and lineations that the beleaguered printer threatened to withdraw. Through it all, Sylvia Beach remained sanguine. The Greek flag fluttered outside her shop, alerting passersby to the great pending event”.

2. Αντίτυπο της πρώτης έκδοσης του «Οδυσσέα»

.

Έτσι κι αλλιώς και σ’ άλλα του βιβλία αναφέρεται η Ελλάδα. Στην Τεργέστη μάλιστα όπου δίδασκε αγγλικά, είχε και Έλληνες μαθητές (μεταξύ άλλων ο Βαρόνος Ambrogio Ralli, ο Κόμης Sordina, μέλη της οικογένειας Galati κ.α.) κι όπως εξήγησα ήδη εδώ είχε ασχοληθεί πολύ με την ελληνική γλώσσα. Ελπίζω να είδατε και την ταινία της Βουβούλα Σκούρα που σας πρότεινα, αλλά αν όχι μπορείτε πάντα ν’ αναζητήσετε το βιβλίο της Μαντώς Αραβαντινού και να μελετήσετε κι αυτό το άρθρο. Ο ίδιος έλεγε τα ακόλουθα:

“I speak or used to speak modern Greek not too badly … and have spent a great deal of time with Greeks of all kinds from noblemen down to onion-sellers, chiefly the latter. I am superstitious about them. They bring me luck”.

3. To Teatro Lirico Giuseppe Verdi στην Τεργέστη (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

Στην Τεργέστη λοιπόν περνούσε χρόνο σε διάφορα μέρη, όπως το Theatro Verdi (η προσωπική ιστορία και το έργο του σπουδαίου συνθέτη Giuseppe Verdi συνδέεται ομοίως με την πόλη) καθώς ήταν λάτρης της όπερας σε τέτοιο σημείο ώστε να προσπαθήσει να γίνει επαγγελματίας τραγουδιστής του είδους, αλλά ήταν παράλληλα και συχνός επισκέπτης της ορθόδοξης ελληνικής εκκλησίας του Αγίου Νικολάου (San Nicolo dei Greci). Μερικοί μελετητές υποστηρίζουν όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ότι θα πρέπει να δούμε το γεγονός αυτό (του ότι τον γοήτευε η Ορθοδοξία), σαν μέρος της προσπάθειας του να καταλάβει και να γνωρίσει, να εκτιμήσει εντέλει τον ελληνικό κόσμο, τον ελληνικό πολιτισμό. Κι αυτό επειδή είναι γνωστή η κριτική του στάση σε ζητήματα πίστης. Στα λόγια του πάλι μπορούμε ν’ ανατρέξουμε για να καταλάβουμε περισσότερα για τις προθέσεις του, σε όσα έγραψε δηλαδή σε μιαν επιστολή προς τον αδερφό του, επειδή οι συνάδελφοί του παρατηρούσαν μια ασυμφωνία ανάμεσα σε όσα έλεγε για τον Χριστιανισμό και στην παρουσία του απ’ την άλλη στην Εκκλησία :

«He says I will die a Catholic because I am always moping in and out of the Greek churches and am a believer at heart, whereas in my opinion, I am incapable of belief of any kind”.

4. Η εκκλησία San Nicolo dei Greci (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

Προσωπικά δεν με εκπλήσσει καθόλου αυτή του η συμπεριφορά, όντας πολύ εξοικειωμένη με τις αντιφάσεις των ανθρώπων. Αναφέρω όμως όλα τα στοιχεία και σας προτείνω να συμβουλευτείτε κι αυτό το άρθρο, για να έχετε πλήρη εικόνα, όσ@ τουλάχιστον μαθαίνετε για ‘κείνον για πρώτη φορά ή όσ@ τον έχετε μεν διαβάσει αλλά δεν είχατε ασχοληθεί τόσο μ’ αυτές τις πλευρές του χαρακτήρα του. Αυτές οι δύο αναρτήσεις άλλωστε, είναι γραμμένες όσο το δυνατόν πιο απλά ακριβώς γιατί για μένα έχει σημασία να καταλαβαίνει ο καθένας που με διαβάζει. Αν παρακινηθείτε κιόλας ν’ ασχοληθείτε με το έργο του ή να μάθετε περισσότερα για τον τόσο σπουδαίο συγγραφέα, ακόμη καλύτερα. Κι αν όχι, θα σας μείνουν έστω αυτές οι λίγες πληροφορίες στο μυαλό μιας και σαφώς το θέμα δεν το ανέλυσα διεξοδικά. Μια εισαγωγική κάνω εδώ και σας παίρνω νοερά μαζί μου σ’ ένα ταξίδι.

.

Στο βάθος η εκκλησία San Nicolo dei Greci όπως φαίνεται απ’ το λιμάνι της Τεργέστης (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

Αυτός λοιπόν είναι ο Ναός που επισκεπτόταν ο Joyce και στις φωτογραφίες που τράβηξα τον βλέπετε από διαφορετικά σημεία, κοντά και μακριά, όπως τον είδα κι εγώ κι εδώ υπάρχουν περισσότερα να μάθετε, αν σας ενδιαφέρει. Τώρα όμως λέω, να επιστρέψω στο αρχικό μου ερώτημα και να ποιο ήταν: έχει νόημα να δει κανείς όλα τα στέκια του στην Τεργέστη ή έστω αρκετά απ’ αυτά ή αντ’ αυτού καλύτερα να προτιμήσει μια επίσκεψη στο Μουσείο που υπάρχει εκεί κι είναι αφιερωμένο σε κείνον; Σαφώς αφορά τους πιο φανατικούς θαυμαστές του και θα σας το απαντήσω την επόμενη φορά, γράφοντας μερικά ακόμη στοιχεία σχετικά με το θέμα μας που πιστεύω έχει νόημα να γνωρίζετε όλ@. Σήμερα πάντως, γίνεται κι αυτή η εκδήλωση στην Αθήνα, για να γιορταστεί κατάλληλα η Bloomsday. Σε περίπτωση που σας ενδιαφέρει να την παρακολουθήσετε μπορείτε να πληροφορηθείτε τις λεπτομέρειες από εδώ.

(συνεχίζεται εδώ)

.

* Η πρώτη φωτογραφία είναι από εδώ, η δεύτερη από εδώ (κι αξίζει να μάθετε πόσο πουλιέται στις μέρες μας ένα αντίτυπο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου) και οι άλλες τραβήχτηκαν από μένα στην Τεργέστη. Μπορείτε να δείτε κι άλλες στους προσωπικούς λογαριασμούς που διατηρώ σε flickr και instagram.

Παρουσίαση βιβλίου : «Τα σκοτάδια μου» του James Ellroy – Η τρέλα κι ο εγκλεισμός / Μέρος ΙΙ

.

ELLROY-SKOTADIA.jpg

.

Είδαμε στην προηγούμενη ανάρτηση πως ήδη ο Ellroy πάλευε με τις φωνές. Σύντομα έφτασε και στο επόμενο στάδιο:

«Ο Λόυντ ζούσε στο Δυτικό Λ.Α.  Είχα κατασκηνώσει στην οροφή του κτηρίου του. Η πρώτη παραίσθηση μου ήρθε στο μπάνιο του. Ένα τέρας πήδηξε μέσα από τη λεκάνη της τουαλέτας πάνω μου. Έκλεισα το καπάκι κι είδα κι άλλα τέρατα να περνάνε από μέσα του. Αράχνες σκαρφάλωναν στα πόδια μου, γρομπαλάκια εκτοξεύονταν στα μάτια μου (…) Ήταν μέσα Ιουνίου. Σηκώθηκα από έναν υπνάκο και σκέφτηκα: «Χρειάζομαι τσιγάρα». Το μυαλό μου τότε έπαψε να λειτουργεί. Δεν μπορούσα να συνεχίσω ή να ανακαλέσω αυτή την απλή σκέψη.

Το μυαλό μου κουτουλούσε σε άδειους τοίχους (…) Δεν μπορούσα να πω ούτε καν το όνομά μου. Δεν μπορούσα να σκεφτώ το όνομά μου. Δεν μπορούσα να σχηματίσω καμία σκέψη. Το μυαλό μου ήταν νεκρό· το κύκλωμα του εγκεφάλου μου είχε αποσυνδεθεί. Ήμουν τρελός με ναρκωμένο εγκέφαλο. Ούρλιαξα. Έβαλα τα χέρια μου στ’ αυτιά μου, έκλεισα τα μάτια μου και ούρλιαξα σε μένα βραχνά. Συνέχισα να παλεύω γι’ αυτή τη μία απλή σκέψη.

Ο Λόυντ ανέβηκε τρέχοντας. Τον αναγνώρισα. Δεν μου ερχόταν τ’ ονομά του ούτε το δικό μου ούτε η απλή σκέψη που είχα κάνει πριν μία ώρα. Με κατέβασε κάτω και κάλεσε ασθενοφόρο. Έφτασαν οι τραυματιοφορείς και με έδεσαν σ’ ένα φορείο«.

Ο  Ellroy μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο της Κομητείας, τον άφησαν σε ένα διάδρομο γεμάτο κόσμο, άρχισε ν’ ακούει πάλι φωνές, τιναζόταν και έβηχε ώσπου τελικά μια νοσοκόμα του έκανε ένεση. Ξύπνησε καθηλωμένος σε ένα ράντζο:

«Οι καρποί μου είχαν πληγές και μελανιές. Τα περισσότερα δόντια μου κουνιόντουσαν. Το πηγούνι μου πονούσε και οι κλειδώσεις μου έτσουζαν απ’ τις γρατσουνιές. Φορούσα νοσοκομειακή φόρμα· την είχα κατουρήσει όλη (…) Ήρθε στο δωμάτιο μία νοσοκόμα. Μου έλυσε τα λουριά και με πήγε στο ντους. Έμεινα κάτω από το νερό μέχρι που κρύωσε. Μια άλλη νοσοκόμα περιποιήθηκε τα κοψίματα και τις αμυχές μου. Ένας γιατρός μου είπε πως θα έπρεπε να μείνω έναν μήνα στο νοσοκομείο (…) Τον ρώτησα τι πήγε στραβά με το μυαλό μου. Μου είπε πως έπαθα προφανώς «μετά-αλκοολικό εγκεφαλικό σύνδρομο«.

Με έβαλαν για σιγουριά στην απομόνωση (…) Τα ηρεμιστικά με κρατούσαν ζαβλακωμένο. Προσπαθούσα να κοιμάμαι καθημερινά όλη μέρα. Η κανονική ξύπνια συνείδηση μου με τρόμαζε, φανταζόμουν συνέχεια πως είχα μόνιμη εγκεφαλική βλάβη (…) Φανταζόμουν πως είχα μόνιμη τρέλα (…) Φοβόμουν μην ξεχάσω τ΄όνομά μου· το έγραψα στον τοίχο πίσω από το κρεβάτι μου. Και δίπλα: «Δεν θα τρελαθώ».

Τι έγινε μετέπειτα στη ζωή του, θα το πληροφορηθείτε όσες/οι διαβάσετε το πολύ ενδιαφέρον αυτό βιβλίο. Δεν έκανα πολλά σχόλια όπως ίσως θα προσέξατε γιατί έχει αξία να εστιάσουμε στις περιγραφές του συγγραφέα που είναι εξαιρετικά γλαφυρές και δεν αποσιωπούν τίποτα.

Αυτό κάνει γενικά σ’ όλο το βιβλίο του που είναι κι ένα φόρος τιμής προς τη μητέρα του. Ομολογεί κάθε «βρώμικο» μυστικό, κάθε σκέψη που άλλες/οι ποτέ δεν θα μοιραζόντουσαν δημόσια, σε βαθμό που μ’ έκανε ν’ αναρωτηθώ αν σκοπός του ήταν η κάθαρση ή η πρόκληση.

Έκανε τεράστια έρευνα για να βρει το δολοφόνο της και οι λεπτομέρειες που θα διαβάσετε είναι εξαιρετικά ωμές. Οι λέξεις του είναι μ’ έναν τρόπο βουτηγμένες στο αίμα κι η βία δεσπόζει.

Ο δε κατάλογος των ονομάτων που ενεπλάκησαν στην υπόθεση είναι σχεδόν εξαντλητικός, αλλά πρέπει να σκεφτείτε πως το βιβλίο κυκλοφόρησε πρωτίστως στην Αμερική κι υπήρχε λόγος να αναφερθεί κάθε όνομα που ίσως είχε πληροφορίες για την υπόθεση. Για τον ίδιο λόγο άλλωστε έδωσε συνεντεύξεις κι έγιναν εκπομπές εκεί σε τηλεοπτικούς σταθμούς.

Πέραν αυτών αξίζει να προσέξετε τι γράφει για τους εγκλεισμούς του στις διάφορες φυλακές (ναι, πέρασε κι από ‘κει). Έτσι για να μην υπάρχει καμιά ψευδαίσθηση περί του σωφρονισμού απ’ όσες, όσους, ακόμα δεν θέλουν να δουν την πραγματικότητα.

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

.

.

«Μόλλυ Μπλούμ» με την Μαρίνα Σπανάκη – Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9.00 μ.μ στο Θέατρο «Μπιπ» ως και τις 21 Απριλίου

.

 update: Συνεχίζονται τελικά οι παραστάσεις του θεατρικού μονολόγου «Μόλλυ Μπλουμ» του James Joyce, με τη Μαρίνα Σπανάκη, μέχρι  και την Τρίτη 21 Απριλίου (εξαιρούνται η Δευτέρα και η Τρίτη του Πάσχα).

.

10959329_10153115041894674_2380085756606915455_n

.

Φυσικά πρόκειται για ένα εμβληματικό βιβλίο. Για τον James Joyce μιλάμε άλλωστε. Και βεβαίως η Μαρίνα είναι φίλη μου κι οι δικοί της μ’ αγκάλιασαν απ’ την πρώτη στιγμή που με γνώρισαν στο Ηράκλειο, σαν να ‘μουν μέλος της οικογένειας τους. Αλλά ούτε η προτίμηση μου στον συγγραφέα του «Οδυσσέα», ούτε η αγάπη μου για κείνη, θα μ’ έκανε να σας προτείνω την παράσταση, αν δεν πίστευα πως αξίζει. Και ξέρουν καλά όσες και όσοι με γνωρίζουν, πως καλώς ή κακώς, έναν μεγάλο βαθμό αυστηρότητας τον διαθέτω.

Σας τον προτείνω λοιπόν τον μονόλογο αυτόν, γνωρίζοντας όχι μόνο τις σπουδές της Μαρίνας και την υποκριτική της δεινότητα, αλλά έχοντας δει κι άλλες παραστάσεις της θεατρικής της ομάδας «Κύκλος γραφής«. Ξέρω πόσο προσέχει κάθε λεπτομέρεια και σέβεται το θεατή.

Της ζήτησα να μου στείλει το δελτίο τύπου για την παράσταση που το αναδημοσιεύω κι εγώ, αλλά διαβάστε οπωσδήποτε και τη συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα «Πατρίς» του Ηρακλείου και στην Κατερίνα Μυλωνά, για να τη γνωρίσετε καλύτερα.

Προσωπικά ξεχώρισα αυτό το σημείο:

«Η επιλογή ενός θεατρικού κειμένου ή έργου για την τοποθέτησή του στη σκηνή δεν είναι ούτε απλή αλλά ούτε και εύκολη υπόθεση. Κατά τη γνώμη μου έχει άμεση σχέση με την πορεία μας στη ζωή, τις προσωπικές μας εμπειρίες, τις γνώσεις και τη γνώση που έχουμε αποκομίσει προχωρώντας. Προσωπικά, αγαπώ πολύ τον James Joyce και το έργο του, τον James Joyce που δημιουργεί πέρα από συμβιβασμούς και συνθηκολογήσεις, και που οδήγησε τη λογοτεχνία και τη γλώσσα της εποχής του στα άκρα. Πάντα ήθελα να κάνω κάτι από τον Joyce και όταν ο φίλος μου ο σκηνοθέτης, Martin Scharnhorst, μου πρότεινε να κάνω τη Μόλλυ από τον Οδυσσέα ένιωσα πως είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου. Μπροστά στον Οδυσσέα του Joyce μόνο δέος μπορεί να νοιώσει κανείς. Μου αρέσει εξάλλου και ο παραλληλισμός του Οδυσσέα με τον δικό μας Οδυσσέα του Ομήρου. Η «ΜΟΛΛΥ ΜΠΛΟΥΜ» είναι μια γυναίκα που με εντυπωσιάζει με την ξέχωρη για την εποχή ψυχοσύνθεσή της, τη στάση της και τη θέση που παίρνει απέναντι στα πράγματα. Οι σκέψεις και οι δράσεις της δεν διαφέρουν από αυτές της γυναίκας του σήμερα. Ήθελα λοιπόν να το δείξω αυτό, ό,τι δηλαδή τα χρόνια περνούν μα εμείς οι άνθρωποι δεν αλλάζουμε, είμαστε το ίδιο μικροί μα και το ίδιο σπουδαίοι, πονάμε, αγωνιούμε, αγωνιζόμαστε, ερωτευόμαστε, μοιχεύουμε, νιώθουμε τρυφερά κι αγαπάμε τη φύση, την ομορφιά, το θείο και τη ζωή, φοβόμαστε το θάνατο και το τέλος με τον ίδιο τρόπο ανά τους αιώνες».

.

Μαρίνα μου καλή σου επιτυχία!

.

.

10974281_339491042911644_7851575945209489899_o

.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 Η θεατρική ομάδα «ΚΥΚΛΟΣ ΓΡΑΦΗΣ» παρουσιάζει τo θεατρικό μονόλογο «ΜΟΛΛΥ ΜΠΛΟΥΜ», απόσπασμα από το 18ο κεφάλαιο του έργου «Οδυσσέας» του Ιρλανδού συγγραφέα James Joyce σε επιλογή, μετάφραση κειμένου και σκηνοθεσία της Μαρίνας Η. Σπανάκη.

Αλλά ποια είναι στ’ αλήθεια η Μόλλυ; Είναι η γυναίκα εκείνη με τσαγανό που με τον εσωτερικό μονόλογό της κάνει να μιλήσουν δια του στόματός της όλες οι γυναίκες; Είναι εκείνη που ποθεί, που ονειρεύεται, που απογοητεύεται, που ελπίζει; Είναι εκείνη που δεν κατακρίνει τη μοιχεία αφού θαρρεί πως είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο; Είναι εκείνο το τρυφερό πλάσμα που αγαπάει και αγκαλιάζει τη νιότη, τα λουλούδια τη μουσική, το τραγούδι; Είναι η Μόλλυ που μονολογεί κι ανυψώνει την καθημερινότητά της στο επίπεδο της ποίησης, που λέει Ναι στη ζωή, στην ομορφιά και στον έρωτα;…

.

Παίζει : Μαρίνα Σπανάκη
Σκηνογραφία-Μακιγιάζ : Εμμανουήλ Σπανάκης
Μουσική σύνθεση : Σωτήρης Αλεξάκης
Κοστούμια : Ντεσισλάβα Τοπάλοβα
Βοηθός σκηνοθέτη-Φωτισμοί-
Τεχνικός Σκηνής : Κωνσταντίνος Ζαϊμάκης
Αφίσα-Πρόγραμμα : Δημήτρης Παναγιωτάκης

.

Η φωτογραφία που χρησιμοποιείται στην αφίσα και το πρόγραμμα της παράστασης είναι έργο της ζωγράφου Βαβλίτου Κατερίνας, από τη σειρά των έργων της «Ιχνηλασίες ψυχής».

.

.

.

.

.