Ωδή στην Πρωτοχρονιά

..

..

Ωδή στην Πρωτοχρονιά

..

Την ξεχωρίζουμε

σα

να ‘ταν

ένα αλογάκι

διαφορετικό

από όλα

τα άλλα.

Της στολίζουμε το μέτωπο

με μια κορδέλα,

της κρεμάμε στο λαιμό

κόκκινα μπιχλιμπίδια

και τα μεσάνυχτα

πάμε να την υποδεχτούμε

σα να ‘ταν ένας

εξερευνητής που κατέβηκε από ένα άστρο.

..

Όπως το ψωμί του σήμερα

μοιάζει με το ψωμί του χτες,

όπως ένα δαχτυλίδι σε όλα τα άλλα:

οι ημέρες

κλειούν τα μάτια

φευγαλέες, διαυγείς, κουδουνιστές,

και πλαγιάζουν μες στην νύχτας τα σκοτάδια.

..

Βλέπω την τελευταία

ημέρα

αυτού

του χρόνου

μέσα σ’ ένα σιδηρόδρομο, πηγαίνοντας προς τις βροχές

του μακρινού μενεξελί αρχιπελάγους.

..

Κι ο άνθρωπος

της μηχανής,

περίπλοκης, όπως ένα ρολόι τ’ ουρανού,

τα μάτια χαμηλόνει

στο ρυθμό

τον ατελεύτητο των σιδηροτροχιών,

στους λαμπερούς στροφάλους

στους γρήγορους της φωτιάς δεσμούς.

..

Για πες-μου

οδηγέ των τραίνων

που ξέφρενα κυλάνε

προς τους μαύρους τους σταθμούς της νύχτας,

αυτό το τέλος

της χρονιάς

χωρίς γυναίκα και παιδιά είναι

διαφορετικό από εκείνο του αύριο, του χτες;

ιδωμένη από τις σιδηροτροχιές

κι από τα εργαστήρια

η πρώτη ημέρα και η πρώτη αυγή

ενός χρόνου που αρχίζει

έχουνε το ίδιο χρώμα

της σκουριάς του σιδηροδρόμου:

και ο χαιρετισμός

των όντων των περαστικών του δρόμου,

των γελαδιών και των χωριών,

μέσα στους γκρίζους της αυγής ατμούς,

αγνοεί

ότι είναι

η είσοδος του χρόνου,

ότι είναι μια ημέρα

που τη συγκλονίζουν

οι καμπάνες

μια ημέρα στολισμένη με γαρούφαλλα και με φτερά.

Η γη

δεν το γνωρίζει:

θα υποδεχτεί αυτή τη μέρα

τη χρυσή, την γκρίζα, την ουράνια,

θα τη ξαπλόσει ‘πα στους λόφους,

θα τη μουσκέψει με

τα βέλη

της

διάφανης

βροχής,

κ’ ύστερα

θα τη τυλίξει

μέσα στο σωλήνα της,

θα την ταξινομήσει μέσα στη σκιά.

..

Έτσι είναι, αλλά

μικρή

πόρτα της ελπίδας,

μέρα

καινούρια της χρονιάς,

παρότι είσαι όμοια

όπως όλα τα ψωμιά

και το καθένα χωριστά,

θα σε ζήσουμε αλλιότικα,

θα σε φάμε, θα σε γεμίσουμε λουλούδια,

θα σε περιμένουμε,

θα σε βάλουμε

όπως μια τούρτα

μέσα στη ζωή-μας,

θα σ’ ανάψουμε

όπως ένα κηροπήγιο,

θα σε πιούμε

όπως

σα να είσουνα τοπάζι.

..

Πρώτη, καινούρια

μέρα

της χρονιάς,

μέρα ηλεκτρική και φρέσκια,

όλα

τα φύλλα βγαίνουν πράσινα

απ’ τον

κορμό του χρόνου σου:

..

στεφάνοσέ-μας

με

νερό

με γιασεμιά

ανοιχτά,

με όλα τα αρώματα

που γεννάει η γη

ναι

ακόμη

κι αν

δεν είσαι

παρά μια μέρα οποιαδήποτε,

μια φτωχή,

ημέρα ανθρώπινη,

ο φωτοστέφανός-σου

πάλλει

πάνου σε τόσες

εξαντλημένες από την κούραση

καρδιές

και είσαι

ω καινούρια

ημέρα

ω σύγνεφο του μέλλοντος

ένα ψωμί

που δεν είδαμε ποτέ

ένας μόνιμα

θεμελιομένος πύργος.

..

..

..

Pablo Neruda (“Τρίτο Βιβλίο των Ωδών”, εκδόσεις Νιάρχος, 1981,

μετάφραση: Α. Ι. Λιβέρη)

..

..

..

..

..

..

..

Advertisements

Θέλω να κουραστείς μαζί μου

.

424px-Man_and_Woman_by_Fernand_Leger
Man and Woman (Fernand Léger, 1921)

.

Κάποια κούραση

.

 

Δεν μου αρέσει να κουράζομαι μόνο εγώ

Θέλω μαζί μου και συ να κουράζεσαι

Είναι να μη νοιώθει κανείς κουρασμένος

Με κείνη τη στάχτη που πέφτει

το φθινόπωρο στις πολιτείες

με κάτι που δεν θέλει ν΄ ανάβει

και που λίγο – λίγο μαζεύεται πάνω στα ρούχα μας

και σιγά – σιγά πέφτει μέσα στις καρδιές

και τις ξεθωριάζει.

Νοιώθω κούραση απ΄ τις κακές θάλασσες

Κι απ’ τη μυστήρια γη.

Είμαι κουρασμένος με τις κότες:

Ποτέ δεν μπορέσαμε να μάθουμε

Τι σκέφτονται,

Και μας κοιτάζουν μ’ αδιάφορα μάτια

Χωρίς καν να νοιάζονται για τους ανθρώπους.

Για μια φορά σε καλώ

Να κουραστούμε απ΄ τα τόσα αντικείμενα

Απ’ τα σκάρτα φαγητά

Και την καλή ανατροφή.

Ας κουραστούμε με το να μη πηγαίνουμε στη Γαλλία,

Κι ας κουραστούμε δυο μέρες τη βδομάδα

Που έχουν πάντα το ίδιο όνομα

Και που μας ακουμπάνε σαν πιάτα στο τραπέζι

Χωρίς λόγο

Και μας ξεσηκώνουν άδοξα.

Τελικά ας πούμε την αλήθεια,

πως ποτέ δε συμφωνήσαμε

με κείνες τις νύχτες, που

μπορείς να τις συγκρίνεις

με καμήλες ή με μύγες.

Έτυχε να δω πολλά μνημεία

Που έστησαν για τους μεγάλους

Τους γαϊδάρους της ενεργητικότητας.

Στο ίδιο σημείο βρίσκονται, ακίνητοι

Με τα σπαθιά τους στα χέρια τους

Πάνω στα θλιβερά τους άλογα.

Κουράστηκα πια μ’ αυτά τα αγάλματα

Δεν την αντέχω τόση πέτρα.

Αν συνεχίσουμε να γεμίζουμε τον κόσμο

Με ακίνητους

Πως θα ζήσουνε οι ζωντανοί;

Κουράστηκα με τις αναμνήσεις.

Θέλω, όταν γεννιέται ο άνθρωπος

Να μυρίζει τα λουλούδια και το φρέσκο χώμα,

Την άψογη φωτιά

Κι όχι αυτό που όλοι ανάσαιναν.

Αφήστε ήσυχους αυτούς που γεννιούνται!

Μεριάστε να μεγαλώσουν.

Μην τα ‘χετε σκεφτεί όλα γι’ αυτούς.

Μην τους διαβάζετε το ίδιο βιβλίο.

Αφήστε τους ν’ ανακαλύψουν την αυγή

Και να δώσουν όνομα στα φιλιά τους.

Θέλω να κουραστείς μαζί μου

Για κάθε τι ωραίο

Για καθετί που μας γερνάει

Για καθετί που το’ χουν έτοιμο

Για να κουράσουν τους άλλους.

Ας κουραστούμε μ’ αυτό που σκοτώνει

Και μ΄ αυτό που δεν θέλει να πεθάνει.

..

 

Πάμπλο Νερούδα

.

.

.

.

.