The Stanford Prison Experiment : Η νέα ταινία για το Πείραμα της Φυλακής του Στάνφορντ

.

.

Η ταινία για την οποία θα γίνει σήμερα λόγος εδώ, ξεκίνησε να προβάλλεται στην Αμερική το καλοκαίρι που μας πέρασε κι αφορά το γνωστό στον περισσότερο κόσμο ως «Πείραμα της Φυλακής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ» που έγινε το 1971 απ’ τον ψυχολόγο, Philip Zimbardo. Το εμπνεύστηκε απ’ τα αντίστοιχα του Stanley Milgram για τον οποίο επίσης πρόσφατα βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες ένα έργο κι εδώ υπάρχουν οι σχετικές λεπτομέρειες.

Για τον Zimbardo τώρα που έχει το ρόλο συμβούλου σ’ αυτή την παραγωγή, μπορείτε να μάθετε περισσότερα  απ’ τις αναρτήσεις που θα βρείτε εδώ κι εδώ αλλά και διαβάζοντας αυτή τη συνέντευξη. Για το ίδιο το αμφιλεγόμενο πείραμα αξίζει να δείτε το ακόλουθο video, στο οποίο μιλάει ο ίδιος, αλλά κι όσοι έλαβαν μέρος τότε και θα λυθούν οι απορίες σας, ειδικά αν είστε απ΄τους ανθρώπους που δεν έτυχε ως σήμερα ν’ ακούσετε ή να διαβάσετε κάτι γι’ αυτό. Κι ίσως στο μέλλον μπορέσω να γράψω κι εγώ μερικά ακόμη πράγματα.

.

.

Σχετικά με την ταινία λοιπόν, για να επανέλθουμε στο θέμα μας, φαντάζομαι πως προσέξατε τις εντυπωσιακές ομοιότητες που έχει το trailler με τις σκηνές της αυθεντικής κόπιας του Πανεπιστημίου Στάνφορντ.  Ακριβώς αυτό περίμενα προσωπικά απ’ τη στιγμή που πληροφορήθηκα πως το σενάριο βασίζεται στο βιβλίο του Zimbardo «The Lucifer Effect» (κυκλοφορεί στα ελληνικά κι εδώ αν σας ενδιαφέρει υπάρχει η σχετική ανάρτηση): να δοθεί προσοχή και στην παραμικρή λεπτομέρεια.

Έχουμε λοιπόν μια ακριβή ως επί το πλείστον μεν, όσο και δραματοποιημένη δε παράθεση των γεγονότων που έλαβαν χώρα εκείνο το καλοκαίρι του 1971 σ’ αυτή την πειραματική συνθήκη, αλλά επιπλέον η ταινία ρίχνει φως και στο παρασκήνιο. Δηλαδή σε όσα συνέβαιναν μεταξύ του συντονιστή του πειράματος (που παρουσιάζεται ως η πιο σκοτεινή φιγούρα, σχεδόν σαν εγκληματίας) και των στενών του συνεργατών.

.

The-Stanford-Prison-Experiment-2015-movie-poster

.

Γιατί πολλοί άνθρωποι τότε είχαν αντιρρήσεις για τον τρόπο διεξαγωγής αυτού του πειράματος (ή θα έπρεπε να γράψω προσoμοίωσης;) και πάμπολλοι επιστήμονες απ’ το χώρο της Ψυχολογίας έψεξαν μετά τον Zimbrado και συνεχίζουν ακόμη να το κάνουν.

To σίγουρο είναι πως στις μέρες μας δεν γίνονται πια τέτοια πειράματα για λόγους δεοντολογίας και άλλους. Βγήκαν ωστόσο πολύτιμα συμπεράσματα απ’ αυτό το πείραμα; Ναι, βγήκαν είναι η σύντομη απάντηση. Kαι παρακολουθώντας το ακόλουθο video θα καταλάβετε κι εσείς τους συσχετισμούς με όσα συμβαίνουν στην εποχή μας.

.

.

Αλλά μπορεί η επιστήμη να φτάνει σε τόσο ακραία σημεία προκειμένου ν’ αποδείξει κάτι; Ως φαίνεται μπορεί κι αν το αποδεχόμαστε ή όχι αυτό, είναι μια ερώτηση που κάνει ο καθένας στον εαυτό του. Δεν θα επιμείνω άλλο λοιπόν στην ηθική διάσταση του θέματος, όχι μόνο επειδή είναι τεράστια συζήτηση και δεν μπορεί να γίνει εδώ αλλά κι επειδή ο ίδιος ο Ζimbardo έχει κάνει πάμπολλες φορές την αυτοκριτική του κι έχει παραδεχτεί τα λάθη του. Διάβασα όμως ένα άρθρο στο New Yorker  που τo βρήκα πολύ βατό για ανθρώπους που δεν έχουν ιδιαίτερες γνώσεις ψυχολογίας αλλά ενδιαφέρονται να καταλάβουν όλες τις διαστάσεις αυτών των ζητημάτων και μπορείτε να το συμβουλευτείτε κι εσείς.

Ας σας γράψω λοιπόν μερικά ακόμη πράγματα γι’ αυτή την παραγωγή. Η ταινία αυτή είχε αναγγελθεί το 2002, δώδεκα χρόνια πριν όπως μπορείτε να μάθετε κι εσείς εδώ, αλλά τελικά προβλήθηκε για πρώτη φορά στις αρχές του 2015 στο περίφημο Sundance Film Festival κι ακολούθως τον περασμένο Ιούλιο έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Τη σκηνοθεσία έχει κάνει ο Kyle Patrick Alvarez, το σενάριο υπογράφει ο Tim Talbott και παίζουν οι ηθοποιοί: Billy Crudup, Michael Angarano, Moises Arias, Nicholas Braun, Gaius Charles, Keir Gilchrist, Ki Hong Lee, Thomas Mann, Ezra Miller, Logan Miller, Tye Sheridan, Johnny Simmons, James Wolk, Olivia Thirlby, Nelsan Ellis, Matt Bennett, Jesse Carere, Brett Davern, James Frecheville, Miles Heizer, Jack Kilmer, Callan McAuliffe, Benedict Samuel, Chris Sheffield και Harrison Thomas.

Όπως εύστοχα κατά τη γνώμη μου γράφτηκε, καταφέρνει να μας μεταφέρει την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του πειράματος, την έντονη δυναμική των ομάδων, την κλιμάκωση της βίας και γίνεται σκοπίμως κουραστική για να αισθανθούν κι οι θεατές τι βίωσαν οι συμμετέχοντες. Για να φτάσουν με λύτρωση στο τέλος. Αυτό όμως που με ξένισε ιδιαιτέρως και δεν γίνεται να μην το αναφέρω, είναι ο τρόπος που παρουσιάζεται όπως ήδη τόνισα, ο Zimbardo σ’ αυτή  την ταινία. Υπάρχουν κι άλλοι που τους ενόχλησαν διαφορετικά πράγματα και μια τέτοια κριτική βρήκα για παράδειγμα εδώ.

.

.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που η βιομηχανία του κινηματογράφου, ασχολείται μ’ αυτό το πείραμα. Με το ίδιο θέμα καταπιάστηκε πριν μερικά χρόνια κι ο σκηνοθέτης Oliver Hirschbiegel στην ταινία «Das Experiment» που μπορείτε να δείτε κι εσείς παραπάνω.

Προσωπικά και τις δύο τις παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον κι αφήνω τους κριτικούς κινηματογράφου να κάνουν τις επιμέρους συγκρίσεις τους για τον τρόπο που σκηνοθετήθηκαν. Πιστεύω πάντως πως ως την άλλη φορά που θα τα πούμε μετά απ’ όσα θα δείτε, θα έχετε πολλά να σκεφτείτε για όλα αυτά.

.

.

.

.

.

Η ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ – Πώς καλοί άνθρωποι γίνονται κακοί

.

.

Ο Philip Zimbardo, επίτιμος καθηγητής ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Stanford, αναλύει σ’ αυτό το βιβλίο, το σύνολο των δυναμικών ψυχολογικών διαδικασιών που μπορούν να παρασύρουν καλούς ανθρώπους να κάνουν κακό, ανάμεσα στις οποίες είναι η «απεξατομίκευση», η υπακοή στην εξουσία, η παθητικότητα μπροστά στην απειλή κ.ά.

Τμήμα των κεφαλαίων του βιβλίου αναφέρεται στο Πείραμα της Φυλακής του Stanford, με μεγάλη λεπτομέρεια, και γίνεται εκτεταμένη ανάλυση της μεταμόρφωσης των φοιτητών, όπως επίσης και αναφορά στις κακοποιήσεις και τα βασανιστήρια στη Φυλακή του Αμπού Γκράιμπ, στην έρευνα των οποίων συμμετείχε ο συγγραφέας.

Την μετάφραση είχε κάνει η αείμνηστη ομότιμη καθηγήτρια Ψυχολογίας του ΑΠΘ, Μίκα Χαρίτου-Φατούρου. Είναι απ’ τα βιβλία που θεωρώ πολύ αξιόλογα και σκόπευα να σας το παρουσιάσω εδώ. Σας προτείνω λοιπόν να το διαβάσετε οπωσδήποτε. Κυκλοφορεί στα ελληνικά, απ’ τις εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS.

.

.

.

.

.

.

Παρουσίαση του βιβλίου: The man who socked the world – The Life And Legacy Of Stanley Milgram

.

.

I believe that a Pandora’s box lies just below the surface of everyday life,
so it is often worthwhile to challenge what you most take for granted. You
are often surprised at what you find..

Stanley Milgram

.

Για τον Stanley Milgram και τα πειράματα του που σόκαραν τον κόσμο, είχε γίνει λόγος σ’ αυτή την ανάρτηση. Ο Milgram όπως θα δείτε, απέδειξε σ΄αυτά τα πειράματα, πως οι περισσότεροι από εμάς, το 65% δηλαδή,  είναι πρόθυμοι να κάνουν οτιδήποτε (ακόμα και κάτι που θέτει σε κίνδυνο συνανθρώπους μας, κάτι που θα θεωρούσαμε ανήθικο υπό άλλες συνθήκες), όταν το ζητά μια εξουσία/αυθεντία. Σήμερα λοιπόν, κατά κάποιον τρόπο θα συμπληρωθεί η ιστορία αυτών των πειραμάτων, με την παρουσίαση του βιβλίου που αφορά τον Milgram και γράφτηκε το 2004,  απ’ τον Ούγγρο Thomas Blass.

Ο συγγραφέας όπως είναι αναμενόμενο, ξεκινάει το βιβλίο του αναφερόμενος στα παιδικά χρόνια του Milgram, που γεννήθηκε στο Bronx το 1933, από δύο ανατολικοευρωπαίους εβραίους μετανάστες που γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν στην Αμερική. Είχε μια αδερφή μεγαλύτερη απ’ αυτόν κι έναν αδερφό μικρότερο.  Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο της Γειτονιάς χωρίς όνομα, όπως λεγόταν η γειτονιά του τότε, κι έγινε φανερό τότε ότι διέθετε ιδιαίτερη ευφυία. Εν συνεχεία παρακολούθησε το James Monroe High School, που είχε ένα ιδιαίτερο σύστημα να ξεχωρίζει τους μαθητές με υψηλό IQ κι εκείνος είχε σύμφωνα με τα στοιχεία, το υψηλότερο μεταξύ των συμμαθητών του. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας απ’ αυτούς, ήταν ο μετέπειτα κοινωνικός ψυχολόγος Philip Zimbardo. Για οικονομικούς κυρίως λόγους όμως και για να βρίσκεται κοντά στο σπίτι του,  δεν πήγε σε κάποιο απ’ τα ονομαστά κολλέγια, αλλά στο Queens College, όπου και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες.

Το 1953 ήταν ξεχωριστή χρονιά για κείνον, μιας κι έκανε διακοπές στην Ευρώπη (Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία) μ’ ένα μηχανοκίνητο ποδήλατο, ερωτεύτηκε σφοδρά μια Γαλλίδα, αλλά έζησε και το θάνατο του πατέρα του στον οποίο είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Ο θάνατος αυτός τον επηρέασε αφάνταστα και πίστευε ότι κι εκείνος πρόωρα θα πέθαινε (παράξενη σκέψη για έναν άντρα νέο κι απόλυτα υγιή), γι’ αυτό φρόντιζε να εξασφαλίσει στο μέλλον, οικονομικά τουλάχιστον την οικογένεια του, ώστε να μην έχουν και τέτοιες έγνοιες όταν θα συνέβαινε το μοιραίο. Σύντομα κέρδισε μια σπουδαία υποτροφία και άρχισε να σπουδάζει Ψυχολογία. Γνωρίστηκε με τον Gordon Allport, που έγινε μέντορας του κι άνοιξε ο δρόμος του για το σπουδαίο Harvard.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, περιγράφεται αρκετά αναλυτικά το πρόγραμμα των σπουδών του προαναφερόμενου πανεπιστημίου, όταν πήγε να φοιτήσει εκεί ο Milgram. Γίνεται αναφορά στους υπευθύνους των τομέων και στους στόχους των προγραμμάτων τους, στις επιδόσεις του φοιτητή τότε, Milgram καθώς και στα προβλήματα που ανέκυψαν με την υποτροφία του. Κι αυτό για να γίνει κατανοητό στον αναγνώστη, τι επηρέασε τον Milgram και τον έστρεψε στην Κοινωνική Ψυχολογία. Στο Harvard λοιπόν, γνωρίστηκε μεταξύ άλλων με τον Jerome Bruner  (που έμελε να γίνει φίλος του και σύμβουλος του σε πολλά ερευνητικά ζητήματα έκτοτε), αλλά την σημαντικότερη επιρροή του την άσκησε ο καθηγητής  Solomon Asch (γνωστός απ’ τα πειράματά του για την κοινωνική συμμόρφωση ), του οποίου και έγινε βοηθός. Τι έκανε όμως όσο δεν σπούδαζε; Απ’ ότι φαίνεται στις μαρτυρίες που συγκεντρώνει ο συγγραφέας, πολλά πράγματα. Έδειξε τότε, μια πιο εκκεντρική του πλευρά, η οποία περιγράφεται με πολλές λεπτομέρειες και φάνηκε ότι κάποιες φορές συμπεριφερόταν με αναίδεια. Ήταν όμως έτσι;

.

.

Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, γίνεται λόγος για το ενδιαφέρον του Milgram σχετικά με τις πολιτιστικές διαφορές (που γεννήθηκε εν μέρει απ’ τα ταξίδια του στην Ευρώπη) και την κοινωνική συμμόρφωση. Σχεδίασε το διδακτορικό του με βάση αυτά τα θέματα, είχε ως επόπτη τον Allport και ταξίδεψε στο Όσλο, προκειμένου να πραγματοποιήσει τα ερευνητικά του σχέδια. Άρχισε να διασκεδάζει κάνοντας σκι,  έκανε τροποποιήσεις στο διδακτορικό του, συνέχισε την έρευνα του στη Γαλλία κι έφυγε από κει επιστημονικά ωριμότερος και έτοιμος για νέα πειράματα.

Όταν επέστρεψε στην Αμερική, όπως θα δείτε στο τέταρτο κεφάλαιο, βρήκε ένα όμορφο διαμέρισμα και σκόπευε να περάσει ένα ήσυχο χρόνο στο Cambridge, αλλά τα σχέδια του ανατράπηκαν όταν έλαβε μια επιστολή απ’ τον Asch, που τότε βρισκόταν στο Institute for Advanced Study στο Princeton. O Asch του πρότεινε να τον βοηθήσει στη συγγραφή ενός βιβλίου του για την κοινωνική συμμόρφωση, με δελεαστικό μισθό, προσφορά την οποία τελικά ο Milgram δέχτηκε, σκεπτόμενος ότι στο Princeton θα μπορούσε να επικεντρωθεί πιο εύκολα και στο γράψιμο της δικής του διατριβής. Δεν πήγαν όλα όμως τα υπολόγιζε ο Milgram και η σχέση του με τον Asch πέρασε από πολλά στάδια. Ενώ αντίθετα ο Αllport, του παρείχε σταθερή και μόνιμη στήριξη, σχετικά με την διατριβή του.

Όταν τελικά την ολοκλήρωσε, του έγιναν δύο διαφορετικές προτάσεις για συνεργασία: η μία από το Yale και η άλλη από το Harvard. Τελικά δέχτηκε την πρώτη θέση και ξεκίνησε να δουλεύει ως επίκουρος καθηγητής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο Yale, με αρχικό ετησιο μισθό 6500 δολάρια. Tην απόφαση του την εξηγεί ο ίδιος σε επιστολή του προς τον Allport και μπορείτε να την διαβάσετε στο βιβλίο. Είχε ήδη αποφασίσει πως τον ενδιαφέρει να μελετήσει ερευνητικά την υπακοή στην εξουσία, μιας και ήθελε έτσι να καταλάβει και τις αιτίες του Ολοκαυτώματος κι είχε σκεφτεί και τον τρόπο που θα μπορούσε να το κάνει, όσο βρισκόταν στο Princeton. Φαίνεται σαφώς απ’ τις σημειώσεις του ότι είχε επηρεαστεί απ’ τα πειράματα του Asch, πράγμα το οποίο παραδέχεται αλλά ταυτόχρονα διαφοροποιείται κιόλας, όσον αφορά τα δικά του ενδιαφέροντα και το δικό του κέντρο βάρους.

Φυσικά, τα δύο επόμενα κεφάλαια (και μέρος του προηγούμενου), αναφέρονται στα περίφημα πειράματα του Milgram που σόκαραν τον κόσμο. Θεωρώντας ότι ήδη έχω γράψει σ’ αυτή την ανάρτηση πολλά για τα εν λόγω πειράματα (δεν ήταν ένα-υπήρχαν πολλές παραλλαγές στα σενάρια τους) κι ότι αξίζει να διαβάσετε τα υπόλοιπα κατευθείαν απ’ το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται, δεν θα επεκταθώ άλλο εδώ. Θεωρώ πιο χρήσιμο να σας υπογραμίσω, εξαιτίας της κριτικής που δέχτηκαν τα πειράματα, πως τότε δεν υπήρχαν κατευθυντήριες γραμμές δεοντολογίας για τα πειράματα στα οποία μετείχαν άνθρωποι κι ότι ο ίδιος είχε τρόπον τινά ασχοληθεί μ’ αυτό το θέμα, με το ηθικό κομμάτι δηλαδή, όταν έκανε την έρευνα στο Όσλο. Ακολούθησε λοιπόν, όπως οι περισσότεροι ερευνητές έκαναν τότε, την δική του κρίση, χωρίς να του διαφεύγει όμως όπως σημείωσε ότι οι άνθρωποι στα πειράματα του θα βιώσουν ισχυρά συναισθήματα κι ότι γενικότερα, έχει ευθύνη πάντα ο ερευνητής για την ευημερία τους. Μάλιστα, ο ιστορικός της ψυχολογίας, Benjamin Harris, πιστώνει στον Milgram την πρώτη δημοσιευμένη και σε άρθρο μάλιστα, μετα-πειραματική διαδικασία κατά την οποία τα υποκείμενα ενημερώνονταν για τον σκοπό της έρευνας και καθησυχάζονταν σχετικά με την υγεία του υποτιθέμενων ‘μαθητών’ του πειράματος.

Τον Ιανουάριο του ’61, ο Milgram γνώρισε την κατά τεσσερισήμισι χρόνια μεγαλύτερη του χορεύτρια,  Alexandra (Sasha) Menkin, την οποία και παντρεύτηκε. Στο βιβλίο υπάρχει το χρονικό της γνωριμίας τους και της εξέλιξης της σχέσης τους, για όποιους από σας ενδιαφέρονται να μάθουν κι αυτές τις λεπτομέρειες. Και φυσικά μετά το γάμο του, συνέχισε το έργο του και θα διαβάσετε στο έβδομο κεφάλαιο τι επακολούθησε και πως οι πανεπιστημιακοί αντέδρασαν όταν έμαθαν τα πορίσματα του. Θα λάβετε γνώση για τα προβλήματα που είχε αρχικά με την δημοσίευση της έρευνας και τις επικρίσεις που δέχτηκε για τα ηθικά θέματα που ανέκυπταν (για τα οποία ήδη σας εξήγησα κάποια πράγματα) και τον τρόπο που τις αντιμετώπισε.

Στο όγδοο κεφάλαιο γίνεται λόγος για την επιστροφή του Milgram στο Harvard, στη θέση του επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Κοινωνικών Σχέσεων, για τη μετακόμιση εκείνου και της συζύγου του σε νέο σπίτι στο Cambridge, για την κοινωνική τους ζωή στην ακαδημαϊκή κοινότητα καθώς και για τη γέννηση των δύο του παιδιών, της Michelle και του Marc. Ο Milgram ασχολιόταν πολύ με τα παιδιά του και σε επιστολές προς φίλους εξέφραζε την χαρά του που επιτέλους είχε γίνει πατέρας. Στο κεφάλαιο αυτό, αναφέρεται ακόμα και η ενασχόληση του με την λογοτεχνία και την ποίηση που συνεχίστηκε για όλη του τη ζωή, αν και δεν είχε μεγάλη επιτυχία ως προς τις δημοσιεύσεις. Αναλύεται επίσης η ερευνητική τεχνική του χαμένου γράμματος και οι απόψεις του για τον μικρό κόσμο,  τις οποίες επιχείρησε να ελέγξει εμπειρικά. Τέλος, μαθαίνουμε τι συνέβη και τελικά ο Milgram βρέθηκε εκτός Harvard, πως επέλεξε το CUNY για να συνεχίσει την καριέρα του και πόσο αμφιλεγόμενος θεωρούνταν στην ακαδημαϊκή κοινότητα, μέσα από μαρτυρίες τρίτων που τον γνώρισαν.

Στο ένατο κεφάλαιο, απαριθμούνται οι δραστηριότητες του Milgram στο νέο του πανεπιστήμιο και τονίζεται το ενδιαφέρον που έδειξε για την αστική ψυχολογία. Διεξήγαγε πειράματα στο μετρό της Νέας Υόρκης και πραγματοποίησε και κάποια άλλα για τους ψυχικούς, γνωστικούς χάρτες των πόλεων που διατηρεί  ο καθένας μας στο μυαλό του. Παράλληλα, μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Paul Hollander, έγραψαν και ένα άρθρο, για την υπόθεση της Kitty Genovese (θα βρείτε λεπτομέρειες εδώ), την δολοφονία της οποίας παρακολούθησαν άπρακτοι 38 αυτόπτες μάρτυρες χωρίς κανείς να καλέσει βοήθεια. Το βιβλίο όμως αυτό, ευτυχώς, δεν είναι αγιογραφία. Πέρα απ’ το χιούμορ και την αδιαμφισβήτητη ευφυΐα του Milgram, αναφέρει και τις δυσκολίες που δημιουργούσε  στους κοντινούς του ανθρώπους, στους συνεργάτες του καθώς και στους φοιτητές του με την ιδιάζουσα προσωπικότητα του. Δεν κρύβει επίσης ο συγγραφέας την ενασχόληση του Milgram με τα ναρκωτικά (αμφεταμίνες, κοκαΐνη, μαριχουάνα) και ιδιαιτέρως με την μεσκαλίνη για την οποία είχε τρόπον τινά προτείνει ν’ αποτελέσει και θέμα επίσημης έρευνας.

.

.

Στο δέκατο κεφάλαιο, μαθαίνουμε για τη συνάντηση του Milgram με έναν μεταπτυχιακό φοιτητή, τον Harry From, με τον οποίο τελικά γύρισαν μαζί την χαμηλού προϋπολογισμού ταινία:  The City and the Self  (1972), που βασιζόταν στις έρευνες του πρώτου για την αστική ζωή και την υπερφόρτωση (urban overload) που δημιουργεί στους ανθρώπους. Η ταινία αν και δημιουργήθηκε για εκπαιδευτικούς σκοπούς απέκτησε και καλλιτεχνική αξία, κέρδισε βραβείο, παρουσιάστηκε σε σημαντικούς χώρους πολιτισμού και με τα χρόνια σημείωσε λόγω της ζήτησης της και εμπορική επιτυχία. Το καλοκαίρι του 1972, οι Milgrams οικογενειακώς μετακόμισαν για λίγο στο Παρίσι, αφενός για να εκπονήσει εκεί κάποια έρευνα που είχε σχεδιάσει ο Milgram για τους ψυχικούς χάρτες των πόλεων που προαναφέραμε κι αφετέρου επειδή περνούσε μια κρίση μέσης ηλικίας. Ο ίδιος πίστευε ότι εκεί θα τέλειωνε και το βιβλίο του για την υπακοή, για το οποίο είχε ήδη κλείσει συμφωνία με εκδοτικό οίκο.

Κατάφερε όχι μόνο αυτό, αλλά να ετοιμάσει κι ένα ακόμη βιβλίο σχετικό με την τηλεόραση και την αντικοινωνικές συμπεριφορές, που στηριζόταν σε πειράματα πεδίου που είχε πραγματοποιήσει στο πρόσφατο παρελθόν. Δεν είχε δουλέψει όμως σχεδόν καθόλου για την έρευνα του για την οποία είχε πάρει χρηματοδότηση απ’ το Guggenheim και καθώς τα χρήματα τέλειωναν, ήρθε σε δύσκολη θέση. Σαν από μηχανής θεός, ο φίλος του Serge Moscovici, έδωσε λύση, ζητώντας και παίρνοντας επιχορήγηση απ’ το Γαλλικό κράτος και δίνοντας του έτσι τη δυνατότητα να κάνει τελικά την έρευνα του. Κι όταν επέστρεψε στην Αμερική, προχώρησε και στη δημιουργία τεσσάρων εκπαιδευτικών ταινιών που προβάλλονται ως τις μέρες μας και έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Η σκηνοθεσία δεν άργησε να μπει στο κέντρο των ενδιαφερόντων του κι έτσι παρακολούθησε και σχετικά μαθήματα για να μπορεί να δημιουργήσει τις ταινίες που ήθελε.

Στο ενδέκατο κεφάλαιο περιγράφονται αρκετές απ’ τις ταλαιπωρίες που πέρασε ο Milgram, προσπαθώντας να εξασφαλίσει χρηματοδοτήσεις για κάποιες έρευνες που είχε σχεδιάσει και γίνεται λόγος για πρώτη φορά και για τα προβλήματα που άρχισε να έχει, με την καρδιά του. Προβλήματα που σιγά-σιγά έγιναν πιο σοβαρά και τον περιόρισαν αρκετά. Κατάφερε όμως να βελτιώσει την υγεία του και να επιστρέψει στο Πανεπιστήμιο με νέες ιδέες και γεμάτος σχέδια. Αλλά η καρδιά του συνέχιζε να του στέλνει προειδοποιητικά μηνύματα αρκετά συχνά πια. Στις 20 Δεκεμβρίου του ’84 πέθανε, αφού είχε πει ήδη στο γιατρό που τον υποδέχτηκε στο Columbia-Presbyterian Hospital,  το όνομα του κι ότι πίστευε πως είχε την πέμπτη του καρδιακή προσβολή. Ήταν 51 ετών.

Στο δωδέκατο κεφάλαιο εξετάζεται τι έμεινε στον κόσμο απ’ τις έρευνες του Milgram. Καταγράφεται το πόσο επηρεάστηκαν όχι μόνο άνθρωποι της επιστήμης, αλλά και άνθρωποι της τέχνης απ’ τα ευρήματα του. Γίνεται πολύς λόγος για την σχέση των πειραμάτων που αφορούσαν την υπακοή, με το Ολοκαύτωμα και την ναζιστική Γερμανία και παραλληλισμός με το έργο άλλων που ασχολήθηκαν με τέτοια θέματα, όπως για παράδειγμα η Hannah Arendt. Εκφράζεται και η γνώμη του ίδιου του Milgram που φαίνεται πως ήταν συγκρατημένος με τις γενικεύσεις και πίστευε πως κάποια γεγονότα χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης.

Κλείνοντας αυτή την παρουσίαση, θα ήθελα μόνο να σας πω, πως αξίζει τον κόπό να ψάξετε τους συνδέσμους που παρατίθενται στο κείμενο και να μάθετε έτσι ακόμη περισσότερα πράγματα γι’ αυτό τον άνθρωπο, γι’ αυτό τον επιστήμονα, που έδειξε πως το ‘τέρας’ μπορεί να  βρίσκεται όχι κάπου μακριά μας, αλλά μέσα μας.

Καλή ανάγνωση.

.

.

.

.

.