Yayoi Kusama: Εκθαμβωτική pop art, αλλά σε πολύ μικρές δόσεις…

Yayoi Kusama

Από τότε που είδα για πρώτη φορά, πριν από πολλά χρόνια, την Υayoi Kusama στο τηλεοπτικό κανάλι της Νοτίου Κορέας, Arirang, όπου έδινε συνέντευξη, κύλησε πολύ νερό στ ‘ αυλάκι κι είναι πια πασίγνωστη.

Είχα μαζέψει μάλιστα το 2015 όσα στοιχεία ήξερα για κείνη, και συμβουλευόμενη και νέες πηγές έκανα αυτή την ανάρτηση, που αξίζει να διαβάσετε μιας και υπάρχουν όντως πολλές παρανοήσεις σχετικά με τη διάγνωσή της και τη διαμονή της σε ψυχιατρείο.

Αν επανέρχομαι σήμερα στο θέμα είναι γιατί το Μάιο εγκαταστάσεις της θα εκτεθούν (πάλι) στην Tate, στο Λονδίνο, μια ακόμη έκθεση θα γίνει τον Απρίλιο στο Hirshhorn της Ουάσινγκτον κι επειδή στις εκθέσεις της ανά τον κόσμο γίνεται το αδιαχώρητο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι όντως η πιο αγαπημένη δημιουργός στο χώρο της τέχνης;

Αυτό αναρωτιόταν πριν δύο χρόνια περίπου σε άρθρο του στον Guardian o Tim Adams, όπου ανέφερε πως ήδη απ’ το 2013, η γκαλερί του David Zwirner στη Νέα Υόρκη περιόριζε τις χρονικές περιόδους παραμονής στις εγκαταστάσεις της σε μόλις 45 (!) δευτερόλεπτα για κάθε θεατή.

Πέντε χρόνια αργότερα, δηλαδή το 2018, οι επισκέπτες στο Μουσείο Hirshhorn (αυτό δηλαδή που θα φιλοξενήσει ξανά έργα της τον Απρίλιο), που περίμεναν στην ουρά για περισσότερο από δύο (!) ώρες, είχαν στη διάθεσή τους ακόμη λιγότερο χρόνο: μισό λεπτό ο καθένας, 30 δευτερόλεπτα όλα κι όλα.

Ο λόγος; Σύμφωνα με το άρθρο το instagram. Κι ομολογώ πως θεωρώ ότι ο συντάκτης έχει δίκιο. Ζούμε στην εποχή του #ήμουν_κι_εγώ_εκεί κι ήδη η τέχνη της Kusama ήταν πολύ δελεαστική για τα ΜΜΕ ακόμη κι όταν πρωτοξεκίνησε να εκθέτει. Ή αν θέλετε αρκούντως εμπορική.

Πόσο χρόνο άραγε θα έχουν αυτή τη φορά οι άνθρωποι που θα συρρεύσουν στην Tate; Ή στο Hirshhorn, όπου θα εκτίθεται σ’ αυτήν κι ένα κομμάτι του 1964 το «Flowers-Overcoat», που σίγουρα θα προσελκύσει τα βλέμματα καθώς πρόκειται για ένα χρυσό παλτό που καλύπτεται από λουλούδια και μας θυμίζει ότι η οικογένειά της είχε μεγάλες εκτάσεις κι εκείνη άκουσε ως παιδί τα λουλούδια να της μιλούν.

Επειδή επισκέφτηκα πρόσφατα το Λούβρο -κι ας μην έχω αποφασίσει να σας γράψω ακόμη εντυπώσεις-, θα αναφέρω μόνο πως δεν είμαι σίγουρη ότι θα ήθελα να βρεθώ στη θέση τους. Τι να καταλάβεις από ένα έργο, μια ολόκληρη εγκατάσταση, όταν έχεις μισό λεπτό ή και λιγότερο χρόνο να το δεις κι αναλώνεσαι κυρίως στο να βγάλεις selfie μες σ’ αυτά τα δευτερόλεπτα;

Δεν έχει καμία σχέση αυτό κατά τη γνώμη μου, με τον τρόπο που θα έπρεπε να συνδιαλεγόμαστε με την τέχνη. Σημεία των καιρών, ξέρω, δεν είμαι αμέτοχη των εξελίξεων βέβαια κι εγώ έχοντας λογαριασμό στο instagram, αλλά… Υπάρχει κι ένα αλλά.

Όπως αναφέρεται στο άρθρο που σας προανέφερα, ο Heather Lenz, σκηνοθέτης μιας ταινίας που την αφορά, αναγνώρισε ότι «η φιλική προς τα smartphone φύση του έργου είναι σαφώς μέρος της έλξης – αλλά»είπε «το γεγονός αυτό θα πρέπει να οδηγήσει μόνο σε μια βαθύτερη κατανόηση της καριέρας της Kusama». Γίνεται άραγε αυτό;

Εγώ αναρωτιέμαι κι εκείνος διευκρινίζει: «Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν δει την δουλειά της στο Instagram, αλλά όταν ακούνε τι έπρεπε να περάσει για να πετύχει την επιτυχία που απέφυγε για τόσο πολύ καιρό, συνδέονται πραγματικά με αυτό. Κάναμε κάποιες προβολές και αν και οι περισσότεροι γνώριζαν το έργο, από ένα ολόκληρο ακροατήριο μόνο δύο άνθρωποι γνώριζαν για παράδειγμα ότι ζούσε σε ψυχιατρικό νοσοκομείο».

Στην Ελλάδα είμαι βέβαιη, βλέποντας και τα στατιστικά της ανάρτησης που έχω γράψει για κείνη, ότι είμαστε περισσότερ@ που γνωρίζουμε για την εμπλοκή της με το ψυχιατρικό σύστημα. Όχι ότι αυτό αρκεί από μόνο του, αλλά σίγουρα παίζει ρόλο στο να κατανοήσουμε βαθύτερα τη δουλειά της, τα έργα της, τις εγκαταστάσεις της.

«Για μένα,» εξηγεί ο Lenz, «το παιδικό τραύμα της Kusama συνέβαλε στο έργο της όχι μόνο λόγω της δύσκολης οικογένειάς της αλλά και λόγω της κοινωνίας της και του εφιάλτη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου». Οπωσδήποτε όλα έπαιξαν το ρόλο τους, στο να γίνει αυτή που είναι σήμερα. Ακόμη κι αυτή η πολύπλοκη σχέση της ή μη-σχέση της με το σεξ, που δεν την έκρυψε ποτέ. Αναφέρω κι εγώ εδώ κάποια πράγματα και συμπληρώνω πως έχει πει ότι:

«Άρχισα να φτιάχνω φαλλούς για να θεραπεύσω τα αισθήματα της αηδίας μου προς το σεξ (…) Μου διδάχτηκε ότι το σεξ είναι βρώμικο, ντροπιαστικό, κάτι που πρέπει να κρυφτεί. Τα πράγματα περιπλέχτηκαν ακόμη περισσότερο με όλη τη συζήτηση (ενν: που γινόταν σπίτι της) για «καλές οικογένειες» και «κανονικό γάμο» και την απόλυτη αντίθεση έναντι της ρομαντικής αγάπη … Επίσης, έτυχε να παρακολουθήσω σεξουαλική πράξη όταν ήμουν μικρό παιδί και εξαιτίας όσων είδαν τα μάτια μου ο φόβος εισχώρησε και διογκώθηκε μέσα μου» .

Το σεξ πάντα πουλάει. Κι εκείνη επιπλέον, είναι σαν να έχει ένα ταλέντο ν’ αφουγκράζεται τις επιθυμίες του κοινού της: «Στην 33η Μπιενάλε της Βενετίας το 1966 όπου συμμετείχε με το Narcissus Garden, μια λίμνη με 1.500 αντανακλαστικές μπάλες στην οποία το πρόσωπο του θεατή φαινόταν πολλαπλασιασμένο» συνεχίζει το άρθρο «ήθελε να πουλήσει τις μπάλες προς 2 δολάρια την καθεμία («ο ναρκισσισμός σας προς πώληση» έλεγε η διαφήμιση, μια χειρονομία που προφήτευε κατά κάποιον τρόπο το έργο τέχνης ως selfie). Οι αρχές της Μπιενάλε όμως δεν το επέτρεψαν αντιτιθέμενες στην «πώληση τέχνης όπως τα χοτ-ντογκ ή το παγωτό-χωνάκι» .

Yayoi Kusama, photo by Tomoaki Makino

Μ’ αυτά και μ’ αυτά πάντως οι μετοχές της στο χρηματιστήριο της τέχνης ανέβηκαν στα ύψη κι έτσι το 2014, έργο της πουλήθηκε για 7,1 εκατομμύρια δολάρια, ποσό-ρεκόρ για μια καλλιτέχνιδα που ακόμη ζει. Τα πρώτα που πούλησε στους συναδέλφους της Frank Stella και Donald Judd το 1962, της είχαν αποφέρει για να καταλάβετε, μόνο 75 δολάρια.

Κάνοντας τη σύγκριση, θα πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από ικανοποιημένη, δε νομίζετε; Αν κι όπως έχει γραφτεί, μάλλον την αφήνει αδιάφορη ο πλούτος της, αλλά ποτέ η φήμη (και κάπως έτσι οι διαγνώσεις περί ναρκισσιστικής προσωπικότητας, δίνουν και παίρνουν). Συνεχίζει να εργάζεται καθημερινά πολλές ώρες, μέρα και νύχτα. Ευτυχισμένη, αν είναι ή υπήρξε ποτέ όμως, μόνο εκείνη ξέρει.

Κι εμένα παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να μ’ αρέσει όχι μόνο η ποπ τέχνη της, μ’ όλα τα χρώματα και τις εκθαμβωτικές λάμψεις της, αλλά κυρίως ο μεγάλος αγώνας αυτής της 90χρονης για επιβίωση… Αυτός είναι που μου προκαλεί τεράστιο σεβασμό.-

.

Πηγές:

Tate, Yayoi Kusama Infinity Rooms

One with Eternity: Yayoi Kusama in the Hirshhorn Collection

Yayoi Kusama: the world’s favourite artist?

Docuntary Review — “Kusama: Infinity”

Celebrating the Eternal Legacy of Artist Yayoi Kusama

Yayoi Kusama: Η Καλλιτέχνιδα και η Τρέλα

.

 

 

My art originates from hallucinations only I can see. I translate the hallucinations and obsessional images that plague me into sculptures and paintings. All my works in pastels are the products of obsessional neurosis and are therefore inextricably connected to my disease. I create pieces even when I don’t see hallucinations, though.

Yayoi Kusama

.

kusama-with-flowers

.

Την Yayoi Kusama, για την οποία αποφάσισα να σας γράψω απ’ το καλοκαίρι αλλά τώρα καταφέρνω να δημοσιεύσω τη σχετική ανάρτηση, την είδα  για πρώτη φορά πριν από αρκετά χρόνια στο τηλεοπτικό κανάλι της Νοτίου Κορέας, Arirang, όπου έδινε συνέντευξη. Δεν ήξερα τίποτα τότε για κείνη κι αυτό που μου έκανε κυρίως εντύπωση ήταν το με πόσο ζοφερό τρόπο περιέγραφε την παιδική της ηλικία.

H Kusama γεννήθηκε στο Matsumoto της Ιαπωνίας, το 1929, και ήταν ο παρίας της εξαιρετικά συντηρητικής όσο και εύπορης οικογένειάς της, όπως ισχυρίζεται. «Οι γονείς μου ήταν πραγματικός πόνος» έχει πει σε συνέντευξή της «δεν μπορούσα να το αντέξω«. Κακοποιήθηκε ποικιλοτρόπως απ’ την μητέρα της που την χτυπούσε, της έσκιζε τα έργα της, την έβαζε να κατασκοπεύει τον πατέρα της στις συναντήσεις του με διάφορες ερωμένες κ.α. Εκείνος με τη σειρά του έλειπε συνεχώς, ήταν κάτω απ’ την οικονομική επιρροή της συζύγου του και συνεπώς αδύναμος ως πατρική φιγούρα. Η αδερφή της ντρεπόταν για την ύπαρξή της και δεν έχανε ευκαιρία να της το δείχνει, o μεγαλύτερος αδερφός της ήταν αντίθετος με την τάση της να ζωγραφίζει κτλ.

Στην αρχή της εφηβικής της ηλικίας η Kusama είχε ψευδαισθήσεις ως συνέπεια της ψύχωσης της και συνακόλουθες τάσεις αυτοκτονίας. Η ίδια θυμάται, ότι δίπλα στο σπίτι της κυλούσε ένα ποτάμι και ότι τα λουλούδια της μιλούσαν:

One day, I suddenly looked up to find that each and every violet had its own individual, human-like facial expression, and to my astonishment they were all talking to me”.

Εξωραϊσμός μιας σκληρής πραγματικότητας ή εντελώς κατασκευασμένες εικόνες; Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα. Στις διηγήσεις της τα όρια είναι δυσδιάκριτα και σίγουρα ξέρει να παίζει καλά το παιχνίδι της δημοσιότητας. Ζητούσε από μικρή να τη φωτογραφίζουν μεγάλοι φωτογράφοι και δεν θέλει να την συγκρίνουν με κανένα άλλο καλλιτέχνη όπως αποκάλυψε σε συνέντευξη της η Frances Morris, η γυναίκα που οργάνωσε την μεγάλη ρετροσπεκτίβα για κείνη στην Tate Modern. Αλλά δεν έχει και σημασία ν’ απαντηθεί το ερώτημα. Σημασία έχει πως η Κusama, παρ’ όλες τις αντιξοότητες κατάφερε να γίνει σπουδαία καλλιτέχνιδα. Τόσο σπουδαία που ο αριθμός των επισκεπτών στην τελευταία έκθεση που την αφορούσε έφτασε τους 9.000 ημερησίως και οι πίνακες της πωλούνται σε εξωφρενικά υψηλές τιμές.

.

.

Για να πάρουμε όμως τα πράγματα απ’ την αρχή και να δούμε πως εξελίχτηκε η ζωή της. Στην Ιαπωνία, πριν αναχωρήσει για την Αμερική, αντί να παντρευτεί όπως περίμενε το συντηρητικό της περιβάλλον (μιας κι εκείνη την εποχή ήταν αδιανόητο οι γυναίκες να ασχολούνται με την καριέρα τους ποικιλοτρόπως) πρόλαβε να σπουδάσει nihonga και να παρουσιάσει τότε σε δύο προσωπικές εκθέσεις τα έργα της. Στη διάρκεια της δεύτερης έκθεσης, προσέλκυσε το ενδιαφέρον του καθηγητή ψυχολογίας στο Shinshû University, Nishimaru Shihô, που μελετούσε τους εγκεφάλους διαπρεπών ανθρώπων κι ιδιαιτέρως καλλιτεχνών. Εκείνος πίστεψε πως διέκρινε σημάδια σχιζοφρένειας στο πρόσωπο της Kusama. Μίλησε μαζί της επί τόπου και διέγνωσε πως πάσχει από hallucinatory cenesthopathy (υπάρχουν διαταραχές αισθητικότητας, ιατρικώς ανεξήγητες σ’ αυτές τις περιπτώσεις).

Προσωπικά, θέλω να υπογραμμίσω πως τα διάβασα όλα αυτά με μεγάλη επιφύλαξη. Η προχειρότητα της εξέτασης και η διατύπωση διάγνωσης αν έγιναν όντως με τέτοιο τρόπο, εγείρουν πολλά ερωτηματικά. Στο πορτραίτο της πάντως ο διαπρεπής ψυχολόγος συμπλήρωσε πως είχε και διπολικές τάσεις (περιόδους εναλλασσόμενης μανίας με μελαγχολία) που έλεγχε όμως επαρκέστατα. Στις 13 Δεκεμβρίου του 1952 παρουσίασε εργασία του μάλιστα για την Κusama σε ψυχιατρικό συνέδριο (Kantô Psychiatric and Neurotic Association) με τίτλο: Genius Woman artist with Schizophrenic Tendency.

Σε ηλικία 27 ετών η καλλιτέχνιδα έφυγε απ’ τη χώρα της όπως ήδη σας ανέφερα, με προορισμό την Νέα Υόρκη, χωρίς να ξέρει καλά τη γλώσσα και με λίγα κρυμμένα χρήματα πάνω της. Είχε προηγηθεί η αλληλογραφία της με την Georgia O’Keeffe, που την είχε προειδοποιήσει βέβαια για τις δυσκολίες της ζωής στις ΗΠΑ. Η Kusama όμως, που προκειμένου να έχει κάποια έσοδα, ξόδευε τότε το χρόνο της στην Ιαπωνία ράβοντας αλεξίπτωτα για τον πόλεμο και φοβόταν πως η οικογένειά της θα την ανάγκαζε να παντρευτεί, αποφάσισε να ρισκάρει και να κάνει αυτό το ταξίδι.

Στη Νέα Υόρκη απ’ το 1965 και μετά διοργάνωσε αξέχαστα happenings («Body Festivals«) σε κεντρικά σημεία της πόλης, όπως στο Central Park, στην Brooklyn Bridge και αλλού. Συνδέθηκε με σημαντικά ονόματα του καλλιτεχνικού χώρου σαν τον Claes Oldenburg και τον Andy Warhol κι έγινε γνωστή όχι μόνο λόγω της εκκεντρικής της συμπεριφοράς (συνήθιζε να χρησιμοποιεί τα γυμνά σώματα ως εκθέματα), αλλά κυρίως λόγω του μοναδικού ύφους των έργων της που στηρίχτηκε σε μοτίβα με τελείες, αλλά και σχηματισμούς που έμοιαζαν με δίχτυα και λουλούδια.

Χρησιμοποίησε επίσης καθρέφτες και ηλεκτρικούς λαμπτήρες. Έφτιαξε πίνακες, γλυπτά, installations. Τάχτηκε κατά του πολέμου του Βιετνάμ, διαμαρτυρήθηκε εντόνως μέσω της τέχνης της και παρά το ότι δηλώνει ασεξουαλική, προσφέρθηκε τότε να κάνει σεξ με τον Πρόεδρο Nixon προκειμένου να επιτευχθεί ειρήνη.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σταθώ λίγο, μιας και στο ζήτημα του σεξ επανέρχεται συχνά η ίδια στις συνεντεύξεις της κι όπως εξηγεί δεν την ενδιαφέρει. Στην αυτοβιογραφία της έχει γράψει πως «μόλις μια γυναίκα κοιμηθεί μ’ έναν άντρα, χάνει το μοναδικό της όπλο» κι έχει εκφράσει αρκετές φορές φόβο για το αντρικό σώμα. Για να τον ξορκίσει δημιουργεί όπως λέει, φαλλόσχημα γλυπτά αν και θεωρεί εξαιρετικά άσχημα τα αντρικά γεννητικά όργανα: “η σεξουαλική εμμονή κι ο φόβος σε μένα, κάθονται δίπλα-δίπλα» ανέφερε κάποτε. Παρά το ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα με το γυμνό ουδέποτε και οπωσδήποτε δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σεμνότυφη, μάλλον οι σχέσεις της με το άλλο φύλο παρέμεναν πλατωνικές. Ίσως έπαιξε ρόλο σ’ αυτό και το ότι κλήθηκε απ’ τη μητέρα της όπως αναφέρθηκε ήδη, να κατασκοπεύει τον πατέρα της στις σεξουαλικές του περιπέτειες . Ο πιο γνωστός δεσμός της πάντως ήταν με τον γλύπτη Joseph Cornel, 29 χρόνια μεγαλύτερό της.

.

Infinity Net- The Autobiography of Yayoi Kusama

.

Να επιστρέψουμε όμως στη Νέα Υόρκη, όπου την είχαμε αφήσει για να δούμε πως εξελίχτηκε η ζωή της. Αν και η ίδια έχει δηλώσει πως ένιωθε άνετα εκεί ψυχολογικά, όχι μόνο δεν κατάφερε να βγάλει χρήματα από την δουλειά της (ο χώρος ήταν κυρίως ανδροκρατούμενος), αλλά αναζωπυρώθηκε κι η ψύχωση της μετά το θάνατο του πατέρα της και του Cornel.

Στην ενδιαφέρουσα εργασία μάλιστα της Midori Yamamura που θα βρείτε εδώ, αναφέρεται μεταξύ άλλων πως στις 22 Ιουλίου του 1960 η Kusama πήδηξε απ’ το παράθυρο του δεύτερου ορόφου όπου διέμενε. Είχε πιεστεί πολύ από οικονομικά προβλήματα αλλά κι από ζητήματα που σχετίζονταν με την τέχνη της και όσα εκείνο τον καιρό δημιουργούσε. Σ’ αυτό μάλιστα το άρθρο αναφέρεται συγκεκριμένα ότι λίγους μήνες πριν απ’ αυτό είχε δοκιμάσει μεγάλη απογοήτευση καθώς ενώ δούλευε με κάτοπτρα, ένας άλλος πρωτοποριακός τότε καλλιτέχνης, ο Λουκάς Σαμαράς, κατόρθωσε να εκθέσει την δική του κατοπτρική εγκατάσταση στην διάσημη γκαλερί Pace.

Ζούσε σε μεγάλη ένδεια, χωρίς θέρμανση, τρέμοντας τους χειμώνες μες τα κιμονό της. Η μόνη τροφή που μπορούσε να αντέξει οικονομικά ήταν οι πατάτες και τα κρεμμύδια και μονίμως τέτοια τηγάνιζε κι έτρωγε όπως αναφέρεται σ’ αυτό το άρθρο. Έχει γραφτεί πως για κρεβάτι είχε μια πόρτα και συχνά έψαχνε στα σκουπίδια για κεφάλια ψαριών, μήπως και μπορέσει κάτι να φάει και το έχει επιβεβαιώσει κι η ίδια σε συνέντευξη της. Για να αποσπά τη σκέψη της απ’ όλα αυτά, αφοσιωνόταν στα έργα της, μέχρι την ημέρα που πήδηξε απ’ το δεύτερο όροφο.

Με την πτώση, χτύπησε τα πλευρά της σε ένα ποδήλατο που ήταν εκεί παρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο κι όταν ανέκτησε τις αισθήσεις της φυσικά πονούσε πολύ.

Στις 17 Νοεμβρίου το 1962 έκανε την πρώτη της κλήση στον ψυχίατρο Yashihiko Takemoto και στις 9 Δεκεμβρίου άρχισε να κάνει κανονικά ψυχοθεραπεία. Είχε μεσολαβήσει μια σύντομη νοσηλεία της, στην οποία διαγνώστηκε ως υποχονδριακή. Το Μάιο του 1963, έφτασε να τον επισκέπτεται δύο φορές την εβδομάδα. Εντούτοις στη Νέα Υόρκη δεν ήταν γνωστή ως ψυχικά πάσχουσα καλλιτέχνιδα, αλλά ως η “πουά πριγκίπισσα» εξαιτίας των μοτίβων των έργων της:

“Polka dots symbolize disease. The couch bristled with phalluses. The macaroni-strewn floor symbolizes fear of sex and food, while the nets symbolize horror toward infinity of the universe. We can not live without the air«.

.

.

Αλλά οι φήμες για τις «άσεμνες» δραστηριότητες της που αναφέρονταν στις ιαπωνικές εφημερίδες έκαναν την οικογένειά της να αισθάνεται ντροπή για κείνη. Εν τω μεταξύ, το σχολείο της έσβησε το όνομά της από τους αποφοίτους του. Όλη αυτή την αποδοκιμασία φαινόταν να την αντέχει η Kusama αλλά οι απώλειες που βίωσε επιδείνωσαν την κατάστασή της.

Εξαιτίας όλων των παραπάνω γεγονότων λοιπόν, αναγκάστηκε το 1973 να επιστρέψει στην Ιαπωνία. «Με την θέληση της, διαμένει απ’ το 1977 ως σήμερα σε γνωστό ψυχιατρείο» γράφεται συνήθως στα άρθρα που την αφορούν, αλλά είναι έτσι; Κι από τι ακριβώς πάσχει;

Η ίδια βάζει τα πράγματα στη θέση τους: “I was hospitalized because of my obsessive-compulsive neurosis. In the articles written about me it is assumed that I voluntarily chose to live in the hospital; this is wrong. I am not suffering from manic-depressive psychosis, either» δηλώνει εδώ κατηγορηματικά. Όσο για το «ψυχιατρείο» δεν είναι αυτό ακριβώς που φαντάζεστε. Για την ακρίβεια πρόκειται για ένα Jungian Αrt Τherapy Ιnstitution που βρίσκεται στο Τόκιο. Και πως είναι εκεί το καθημερινό πρόγραμμα; Έτσι ακριβώς: » At the hospital there are art therapy programs such as calligraphy, karaoke singing, movie appreciation, and painting classes. Being the only professional artist in the hospital, I take no part in those activities«.

Σε κοντινό studio δημιουργεί τα διάσημα πλέον έργα της. Επίσης, έχει δημοσιεύσει στο παρελθόν, ανθολογίες και νουβέλες και φτιάχνει η ίδια ακόμη και τα ρούχα της, αναπαριστώντας στην ουσία μοτίβα των έργων της.

Τη ρώτησαν: “Γιατί έχετε αποφασίσει να παραμείνετε στην ανοιχτή πτέρυγα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα;» κι απάντησε: «Γράφω μυθιστορήματα και ποιήματα, κι επίσης ζωγραφίζω στο νοσοκομείο. Αυτοί (οι άνθρωποι) είναι σωτήρες μου«. Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιεί όλο και πιο απλές εκφράσεις στα αγγλικά (γι’ αυτό σε κάποια σημεία παραθέτω τις δηλώσεις της χωρίς μετάφραση) με την δικαιολογία πως ξεχνάει τη γλώσσα.

.

.

Ονομάζει την τέχνη της ψυχαναγκαστική τέχνη (obsessional art) κι εξήγησε σε συνέντευξή της το 2007 στο Art Review (Issue 15), το λόγο:

Stereotypical action, repetition, hallucination, accumulation, obsession, the curtain of depersonalisation, emptiness, infinity, psychosomatic art, proliferation, ‘vacuum’, cell, segmentation, eternity, driving image. These are some of the themes I have used for my artworks: paintings, sculptures as well as films”.

Στην αυτοβιογραφία της γράφει: “I fight pain, anxiety, and fear every day, and the only method I have found that relieves my illness is to keep creating art” και λέει πως η ενασχόληση της θα μπορούσε να εκληφθεί ως “art-medicine” τόσο για την ίδια όσο και για μας που βλέπουμε τα έργα της. Και συμπληρώνει: “I wanted to start a revolution, using art to build the sort of society I myself envisioned”.

Τον Οκτώβριο του 2006, έγινε η πρώτη γυναίκα στην Ιαπωνία που τιμήθηκε με το βραβείο Praemium Imperiale, που δίνεται σε διεθνώς αναγνωρισμένους καλλιτέχνες. Το 2014 ανακηρύχτηκε World’s Μost Popular Artist. Στην γενέτειρα της, στο πρόσφατα χτισμένο Μatsumoto Performing Art Center, εκτίθενται πλέον και δικά της έργα.

Περισσότερα για την Kusama, μπορείτε να βρείτε στο επίσημο site της, αλλά κι εδώ. Για να γράψω αυτή την ανάρτηση είδα πολλές συνεντεύξεις της και διάβασα αφιερώματα σε περιοδικά τέχνης όπως για παράδειγμα στο Art Review. Tα παραθέτω όχι μόνο επειδή πρέπει να αναφέρουμε τις πηγές μας όταν γράφουμε κάτι, αλλά κι επειδή μπορεί να σας ενδιαφέρουν οι συγκεκριμένοι σύνδεσμοι.

Ειδικά δε για τα βιβλία που την αφορούν και την αυτοβιογραφία της, όσες κι όσοι ενδιαφέρεστε εδώ μπορείτε να μάθετε περισσότερα. Η συγκεκριμένη ακριβοδίκαιη κριτική παρουσίαση θίγει όλα όσα έχω προσέξει κι εγώ και προσπάθησα να τονίσω ή να υπαινιχτώ κατά περίπτωση σε όσα σας έγραψα παραπάνω. Η ίδια πάντως λέει για τη γραφή της: “I want to continue to write about the dark side of society since the bright side of society is written by famous conservative writers. I write about the shadow side of outsiders«.

Παρακολουθώ πολλά χρόνια τώρα την πορεία της Kusama και την ξεχωρίζω, γιατί κατάφερε να παλέψει τις αυτοκτονικές της τάσεις, χάρη στην τέχνη της, κάτι που και η ίδια δεν σταματάει να υπογραμμίζει:

“If it were not for art, I would have killed myself a long time ago«.

Κι αυτό νομίζω, είναι το πιο σημαντικό επίτευγμα της ζωής της.-

.

.

.

Πηγές:

1. The fantastical world of Yayoi Kusama
2. Kusama: «I promised myself I’d conquer the world»
3. To infinity and beyond with Yayoi Kusama
4. The Art of the Flame-Out
5. Yayoi Kusama to exhibit in London: at 85, «the ideas just keep coming»
6. Yayoi Kusama named world’s most popular artist in 2014
7. Yayoi Kusama is named the most popular artist in the world
8. The dame of the Japanese avant-garde talks about obsession and fame

.

.

.