Sonita Alizadeh: Μια νεαρή Αφγανή ακτιβίστρια που ραπάρει με κάθε κόστος

Υπήρξε μια στιγμή στη ζωή μου που μου προτάθηκε, όπως και σε μερικούς ακόμη ανθρώπους, να πάω στο Αφγανιστάν. Οι συγκυρίες δεν ήταν με το μέρος μου. Κι έτσι εγώ έμεινα στην Αθήνα κι η Ε., ο Γ. κι ο Γ. πήγαν. Η Ε. γύρισε φέρνοντας μου ένα αναμνηστικό, μας διηγήθηκε διάφορες ιστορίες για τις πίτες με τα παράξενα ..συστατικά που κερνάνε εκεί οι ντόπιοι, για τους φυλάρχους και την επιρροή τους ανά περιοχή και βέβαια μας έδειξε πολλές φωτογραφίες. Δεν ήταν απ’ αυτές που μπορώ να ξεχάσω, οι συγκεκριμένες. Οι λόγοι δεν έχουν σημασία. Αυτό που έχει νόημα να σας γράψω για να καταλάβετε προς τι αυτή η εισαγωγή, είναι πως επειδή δεν πήγα, από τότε διαβάζω σχεδόν ό,τι πέσει στα χέρια μου για τη χώρα, βλέπω σχετικά ντοκιμαντέρ κτλ.

Έτσι λοιπόν, ξέρετε τώρα, γιατί είδα κι αυτό που σας παρουσιάζω, πριν λίγες μέρες. Αλήθεια, μπορείτε να το διανοηθείτε πως υπάρχει ένα κορίτσι που κατάγεται απο ‘κει και ραπάρει, ξέροντας έστω λίγα πράγματα για τη θέση των γυναικών σ’ αυτή τη χώρα; Αν έχετε δει την ταινία «Η πέτρα της υπομονής» που βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Ατίκ Ραχίμι (μτφ: Ασπασία Σιγάλα, εκδόσεις “Ψυχογιός”, 2009) ή το είδατε στο θέατρο όταν το ανέβασε ο Γιώργος Νανούρης , σίγουρα θα δυσκολεύεστε να το πιστέψετε. Πολλά πράγματα έγραψε άλλωστε και στο δικό της βιβλίο η Όσνε Σέιρσταντ (δημοσιογράφος και συγγραφέας), που έχει τίτλο «Ο βιβλιοπώλης της Καμπούλ» (μτφ: Άννα Παπαφίγκου, εκδόσεις “Κριτική”, 2003.). Στο Αφγανιστάν φαίνεται πως τα κορίτσια δεν είναι αγαπημένα ούτε απ’ τους ίδιους τους τους γονείς. Όχι πως δεν θα υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά οι περισσότερες μαρτυρίες αυτό δείχνουν:

“Την περίοδο του αρραβώνα μας, δεν ήξερα τίποτα για τους άντρες. Δεν ήξερα τίποτα για τη ζωή του ζευγαριού. Τίποτα πέρα από τους γονείς μου. Και τι ωραίο παράδειγμα! Το μόνο που ενδιέφερε τον πατέρα μου ήταν τα ορτύκια του, τα ορτύκια του για τους αγώνες. Τον έβλεπα συχνά να φιλάει τα ορτύκια του, αλλά ποτέ τη μητέρα μου ή εμάς τα παιδιά του. Ήμασταν επτά. Επτά κορίτσια χωρίς στοργή”, γράφει για την ηρωίδα του ο Ατίκ Ραχίμι που προανέφερα.

Τα ορτύκια τυγχάνουν μεγάλης προσοχής καθώς οι ορτυκομαχίες που ήταν απαγορευμένες απ’ τους Ταλιμπάν για μια πενταετία, επιτράπηκαν ξανά κι  έτσι όπως γράφει η Όσνε Σέιρσταντ οι ενδιαφερόμενοι «μπορούν τώρα ν’ απολαύσουν και πάλι το πάθος τους, να παρακολουθούν δυο πουλιά να ραμφίζουν το ένα το άλλο μέχρι θανάτου». Όσο για τα κορίτσια, αυτά τα προσέχουν πολύ οι γονείς μόνο όταν φτάνουν, κατά τη γνώμη τους πάντα, σε ηλικία γάμου. Και τότε, σημασία έχει πόσα χρήματα θα φέρουν ως νύφες προς πώληση, ώστε να μπορούν με τη σειρά τους τα αδέρφια τους, οι άλλοι άντρες της οικογένειας, να παντρευτούν. Κι αυτό είναι που άρχισε να καταγγέλλει η Sonita ραπάροντας. Για να σας παραθέσω όμως ένα ακόμη απόσπασμα απ’ την «Πέτρα της υπομονής» για να πάρετε μια ιδέα:

“Η μητέρα σου, με το τεράστιο στήθος της, ήρθε στο σπίτι μας για να ζητήσει το χέρι της μικρότερης αδερφής μου. Δεν ήταν σειρά της να παντρευτεί. Ήταν η δική μου σειρά.Και η μητέρα σου απλώς απάντησε: Εντάξει, δεν πειράζει, θα είναι αυτή λοιπόν, δείχνοντας με το παχουλό της δάχτυλο προς την κατεύθυνσή μου ενώ σέρβιρα το τσάι. Πανικοβλήθηκα και μου ‘πεσε η τσαγιέρα”. Κρύβει το πρόσωπο μέσα στις παλάμες της. Από ντροπή, ή για να διώξει την εικόνα της πεθεράς της που πρέπει να την περιγελούσε εκείνη τη στιγμή.“Εσύ δεν έχεις ιδέα. Ο πατέρας μου, που αυτό περίμενε, δέχτηκε δίχως τον παραμικρό δισταγμό. Διόλου δεν τον ένοιαζε ότι ήσουν απών. Ποιος ήσουν πραγματικά; Κανείς δεν ήξερε. Για όλους εμάς δεν ήσουν παρά ένα όνομα ο Ήρωας. Κι όπως όλοι οι ήρωες, απών». 

Μικρή σημασία έχει λοιπόν ποιος είναι ο γαμπρός, πόσο ετών είναι ή ακόμη αν θα παρευρίσκεται στον γάμο, όπως ήδη διαβάσατε. Το θέμα είναι να δίνει το απαιτούμενο ποσό. Αν το δίνει, το παίρνει το κορίτσι. Και μια τέτοια «τύχη» περίμενε τη Sonita, που γινόταν τότε 15 ετών κι είχε ήδη γλυτώσει απ’ το γάμο στα 10 της. Η τιμή της είχε οριστεί στα 9.000 δολάρια κι η μητέρα της πήγε να της το ανακοινώσει. Γεννημένη στο Αφγανιστάν, η μικρή, κατέφυγε στο Ιράν όταν οι Ταλιμπάν σκότωσαν ένα απ’ τα αδέρφια της κι απείλησαν την οικογένειά της. Χωρίς επίσημα έγγραφα, χωρίς χαρτιά δηλαδή, μαζί με μία απ’ τις μικρές της αδερφές και την ανιψιά της βρέθηκε σ’ έναν καταυλισμό προσφύγων στην Τεχεράνη, όπου δούλευε ως καθαρίστρια και παράλληλα τη δίδασκε μια γυναίκα που τη συμπόνεσε καθώς δεν είχε το δικαίωμα να φοιτήσει σε σχολείο. Οι υπεύθυνες του καταυλισμού την βοήθησαν όσο μπορούσαν, αλλά δεν γίνεται να τραγουδάς δημόσια  στο Ιράν. Απλώς δεν γίνεται. Απαγορεύεται απ’ την κυβέρνηση, είναι παράνομο, με βάση τους θρησκευτικούς νόμους και είναι πράξη που διώκεται ποινικά. Είναι αδιανόητο κι ανήθικο για ένα κορίτσι. Πόσο μάλλον το να ραπάρεις… Με όσα σας έχω γράψει ήδη για τη χώρα αυτή εδώ κι εδώ, έχετε πια εικόνα, του πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα.


Σ’ αυτή τη φάση τη βοήθησε πολύ η Rokhsareh Ghaemmaghami που γύριζε το ντοκιμαντέρ αυτό επί 3 χρόνια, αφού η μητέρα της Sonita, αν και με τον ίδιο τρόπο είχε παντρευτεί, δεν έδειχνε συμπόνοια για την κόρη της παρά τις συνεχείς προσπάθειες που έκαναν οι γυναίκες του καταυλισμού προσφύγων, να την μεταπείσουν. «Έτσι είναι η παράδοσή μας» έλεγε. Κι αναγκάστηκε να δράσει η Ghaemmaghami που βρήκε τη Sonita μέσω ενός ξαδέρφου της, προοδευτικού άντρα, κοινωνικού λειτουργού, που πίστευε πως η μικρή έχει ενδιαφέρον. Η μητέρα εισέπραξε 2000 δολάρια απ’ τη σκηνοθέτρια με την υπόσχεση ν’ αφήσει ήσυχη για 6 μήνες την κόρη της κι αναχώρησε. Να που μερικές φορές αντί να είναι κάποια, κάποιος απλός παρατηρητής, μπορεί να επέμβει, να πάρει θέση και ν’ αλλάξει τη ροή των γεγονότων.

Η σκηνοθέτρια έστειλε το video clip της Sonita στο εξωτερικό και το κορίτσι κέρδισε όχι μόνο βραβεία, αλλά και μεγάλη προσοχή. Ήρθε μια σημαντική πρόταση για υποτροφία στη Γιούτα των ΗΠΑ, και αν ήθελε να την εκμεταλλευτεί έπρεπε να κινηθεί γρήγορα. Έπρεπε να φύγει για να μπορέσει να γλυτώσει απ’ τη μοίρα που την περίμενε, για να κάνει τα όνειρά της πραγματικότητα, να δει το άστρο της στη μουσική ν’ ανατέλλει. Έπρεπε ν’ απελαθεί δηλαδή απ’ το Ιράν για να επιστρέψει στο Αφγανιστάν, να προσπαθήσει να πάρει πιστοποιητικό γέννησης στην επικίνδυνη ακόμη Καμπούλ, να καταθέσει τα χαρτιά της για διαβατήριο και να εύχεται να σταθεί τυχερή.

Στο τραγούδι της «Brides for Sale» λέει:  «Φωνάζω για να αντισταθμίσω τη διάρκεια της σιωπής των γυναικών». Κι είναι πολύχρονη αυτή η σιωπή. Στο βιβλίο της Όσνε Σέιρσταντ μαθαίνουμε ότι: «Ελάχιστες γυναίκες στην Καμπούλ έχουν βγάλει την μπούρκα την πρώτη ελεύθερη άνοιξη, και οι περισσότερες δεν γνωρίζουν ότι οι προγιαγιάδες τους, οι Αφγανές γυναίκες του προηγούμενου αιώνα δεν γνώριζαν αυτό το ένδυμα. Η μπούρκα καθιερώθηκε την εποχή της βασιλείας του Χαμπιμπουλάχ, από το 1901 μέχρι το 1919. Υποχρέωσε τις 200 γυναίκες που αποτελούσαν το χαρέμι του να φοράνε την μπούρκα για να μην προκαλούν άλλους άντρες με τα όμορφα πρόσωπά τους, όταν βρίσκονταν έξω από τις πόρτες του χαρεμιού. Αυτά τα πέπλα που κάλυπταν τα πρόσωπα του  χαρεμιού ήταν φτιαγμένα από μετάξι και είχαν πάνω τους όμορφα κεντήματα. Οι πριγκίπισσες του Χαμπιμπουλάχ φορούσαν μπούρκες κεντημένες με χρυσή κλωστή. Μ’ αυτό τον τρόπο η μπούρκα καθιερώθηκε ως ένδυμα της αστικής τάξης, για να προστατεύει τις γυναίκες από τα βλέμματα του λαού. Στη δεκαετία του ‘50 το έθιμο είχε διαδοθεί σ’ όλη τη χώρα, αλλά η χρήση του κυριαρχούσε στους πλούσιους». Έκτοτε όλες σχεδόν  φορούν μπούρκα. Δεν έχουν άλλη επιλογή. Κι όμως κάποτε το Αφγανιστάν ήταν εντελώς διαφορετικό. Μπορείτε για παράδειγμα να το φανταστείτε ως τον προορισμό χίπυς; Κι όμως ήταν. Τα γράφει αυτά στο βιβλίο της η Όσνε  Σέιρσταντ.

Έχει σημασία να γράψω μερικά πράγματα όμως και για τη γυναίκα που γύριζε αυτό το βραβευμένο στο φημισμένο Φεστιβάλ του Sundance ντοκιμαντέρ, μιας κι είναι Ιρανή και πρόσφατα έγραψα πολλά για τα προβλήματα των ανθρώπων που ασχολούνται με τη συγγραφή βιβλίων, με καλλιτεχνικές δραστηριότητες γενικότερα εκεί. Εξηγεί σε συνέντευξή της που μπορείτε να βρείτε εδώ (κι από ‘κει δανείστηκα και τη φωτογραφία της Sonita που βλέπετε στην κορυφή) πως και στη χώρα της σε κάποιες αγροτικές περιοχές γίνονται τέτοιοι καταναγκαστικοί γάμοι, αλλά όχι στην έκταση που συμβαίνει στο Αφγανιστάν. Κι αναφέρεται σε μια θρυλική μορφή για την οποία κι εγώ έγραψα στην ανάρτησή μου, για κείνη πού γύρισε το 1960 ένα σπουδαίο φιλμ, το πρώτο Ιρανικό ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε ποτέ από γυναίκα, τη συγγραφέα και σκηνοθέτρια, Forough Farrokhzad. Ο τίλος του ήταν «The House Is Black» (1962). Είδατε που όταν κάποιες ανοίγουν το δρόμο, ακολουθούν κι άλλες; Αυτό κρατάω για το τέλος. Αυτό… Κι αν αναρωτιέστε τι έγινε στη συνέχεια η Sonita κι αν τα κατάφερε να ξεφύγει, δείτε το ντοκιμαντέρ για να μάθετε.

.

Advertisements

~ από aikaterinitempeli στο Δεκέμβριος 17, 2018.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: